Γαστρομανία: από τους πειρασμούς του ευδαιμονισμού

0
496
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (2 ψήφοι, μέσος όρος: 5,00 από 5)
Loading...

Ο δυτικός τρόπος ζωής έχει διαμορφώσει μιά κουλτούρα φαγητού με δύο όψεις: του Fastfood και των υψηλών γαστρονομικών εκζητήσεων.

Το Fastfood απευθύνεται στη νεολαία, η οποία συστηματικά σπρώχνεται σε μια έξοδο από την οικογενειακή εστία. Βολεύει ωστόσο και την εργαζόμενη, πολυάσχολη, αλλά μη ασχολούμενη με τα οικιακά σύγχρονη γυναίκα στη δική της έξοδο από την κοπιώδη ρουτίνα της κουζίνας. Εναλλακτική λύση ή απελευθέρωση από το παραδοσιακό πρότυπο του οικογενειακού τραπε­ζιού; Η ευθύνη σε κάθε περίπτωση βαρύνει τη γυναίκα, τη μητέρα, την οικοδέσποινα.

Γαστρομανία: Σε ελληνικό περιοδικό γαστρονομίας [1] μεταφέρεται μια είδηση από την έκδοση Intelligent Life του περιοδικού Economist. Σε κάποιο χοιροστάσιο στην πολιτεία της Νέας Υόρκης ταΐζουν τα γουρούνια με κρέμα γάλα­κτος και τους κάνουν ειδικό μασάζ για να κατα­νεμηθεί ομοιόμορφα το λίπος κατά την ανάπτυξη!!!

Ο Έλληνας σχολιαστής του άρθρου προβλη­ματίζεται και προβληματίζει: «Πού σταματάει η εκζήτηση και που αρχίζει η παρακμή στη σύγχρο­νη Γαστρομανία;»[1].

Μήπως ήρθε η ώρα να επανακαθορίσουμε τη διατροφική μας κουλτούρα και γενικά τη σχέση μας με την τροφή, τώρα μάλιστα που κτυπά βαριά η καμπάνα της επισιτιστικής κρίσης;

Μήπως ακόμη πρέπει να επαναξιολογήσουμε την ευλογημένη νηστεία που μας υποδεικνύει η μητέρα μας Εκκλησία ως τρόπο ζωής που ευθυγραμμίζεται με το αποστολικό λόγιο: «τά βρώματα τή κοιλία καί ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν ὁ δέ Θεός καί ταύτην καί ταῦτα καταργήσει» (Α’ Κορ. 6, 13);

Ο αρθρογράφος, ο ίδιος γαστρονόμος, κα­τανοεί πως: «Δεν μπορούμε πλέον να συζητούμε για γαστρονομία χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τα περιβαλλοντικά προβλήματα, την πείνα και τη φτώχεια. Αν οι ολίγοι μυημένοι που απολάμβα­ναν τα εδέσματα του Καρέμ δεν είχαν ιδέα για τους πεινασμένους που πέθαιναν έξω από τους κήπους των Βερσαλλιών, εμείς, οι σύγχρονοι λάτρεις της Γαστρονομίας, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε το φαγητό σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από την εποχή που ο Καρέμ μαγείρευε για τους βασιλιάδες… Έφτασε η ώρα να σταματήσουμε να βάζουμε το στομάχι μας και τις ανάγκες του, όσο σοφιστικέ και να είναι αυτές, στο κέντρο τού κόσμου»[1].

Και με νηφαλιότητα παρουσιάζει μια διαφορετική πρόταση-αντίληψη για τη γαστρονομία: «Η χρήση υλικών που ακολουθούν την αλληλουχία των εποχών τού έτους, η συνετή κατανά­λωση, η άρνηση της σπατάλης, η επιστροφή στην οικιακή μαγειρική, στον μυθικό τόπο τής οικογενειακής εστίας, η πολυτέλεια που ορίζεται από την εμπνευσμένη παρασκευή και ιδιαίτερη φροντίδα των πιάτων, απο­τελούν τις παραμέτρους που συνι­στούν τη σύγχρονη γαστρονομία. Και όσο προκλητικό ή εξωφρενικό κι αν ακουστεί, ας παραδεχτούμε πως η σύγχρονη γαστρονομία σημαίνει κι ένα πράγμα ακόμη, ίσως το σημαντι­κότερο: σύγχρονη γαστρονομία σημαίνει να τρώμε λιγότερο»[1].

Ωστόσο το χριστιανικό ήθος δε σταματά μόνο στην ανθρωπιστική ευαισθησία, στις ισορροπημένες δια­τροφικές συνήθειες ούτε ακόμη στο καλοφροντισμένο σπιτικό φαγητό.

Στην Κυριακή προσευχή ο Κύριος μάς διδάσκει να ζητούμε με ολιγάρ­κεια και απλότητα τον απαραίτητο άρτο για τη συντήρησή μας. Αυτός ο άρτος μάλιστα φαίνεται να περικλείει οτιδήποτε ακόμη μας είναι αναγκαίο. Το σημείο αναφοράς τής επιβίωσης, η διατροφή, γίνεται σημείο αναφοράς μας στον Θεό, αφού το εκζητάμε και το αποδεχόμαστε ως δωρεά τού Θεού.

Γι’ αυτό και κάθε χριστιανικό τρα­πέζι στήνεται με την προσευχητική επίκληση της θεϊκής ευλογίας και κλείνει πάλι με την ευχαριστιακή προσευχή. Κι είναι ευωχία το φαγητό στο χριστιανικό σπίτι, πλούσιο ή φτωχικό, καθημερινό ή γιορτινό.

Φιλοθέη Χ. Τ.

από το περιοδικό «Η Δράση μας»
τεύχ. Δεκεμβρίου 2008


Υποσημείωση:
[1]. Γαστρονόμος, περιοδική έκδοση που κυκλοφορεί με την εφημ. «Καθημερινή της Κυριακής», 10.2.2008, σελ. 10.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ