Ξεφυλλίζοντας τό ἡμερολόγιο ἑνός νεκροῦ λοχαγοῦ

0
201
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Διαβάζεις τίς τελευταῖες λέξεις πού πρόλαβε νά γράψει βιαστικά πάνω στό χαρτί:

«Αὐτή τή στιγμή μοῦ φωνάζουν ν’ ἀνεβῶ τά λίγα μέτρα πού μέ χωρίζουν ἀπ’ τήν κορυφή…».

Μά ἐκεῖ, σέ κεῖνα τά λίγα μέτρα, ἦρθε καί τόν βρῆκε ἡ σφαίρα κάπου κοντά στήν καρδιά. Τόν ἔθαψαν τό βράδυ κάτω στή χαράδρα. Ἔξω ἀπό τό φάκελο μέ τά φύλλα τοῦ ἡμερολογίου του εἶχε γράψει : «Ἄν σκοτωθῶ, ὁ φάκελος αὐτός νά σταλεῖ συστημένος στή διεύθυνση πού γράφω».

Μέσα στό φάκελο ὑπῆρχε καί σημείωμα γιά τόν παραλήπτη του : «Τά χειρόγραφά μου θά σοῦ σταλοῦν. Διάβασέ τα, κι ἄν τά βρεῖς ἄξια, δημοσίευσέ τα».

Κι ὁ παραλήπτης διάβασε μέ συγκίνηση τά λόγια τοῦ νεκροῦ του φίλου. Καί τό 1947 στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης δημοσίευσε τό ἡμερολόγιό του ἀνώνυμα, ὅπως ἐκεῖνος τοῦ τό εἶχε ζητήσει.

Διαβάζοντας ὁ σημερινός ἀναγνώστης τό ἡμερολόγιο τοῦ ἄγνωστου ἐκείνου λοχαγοῦ, κατανοεῖ λίγο καλύτερα τό θαῦμα τοῦ 1940 καί ἀνακαλύπτει τήν ποιότητα καί τόν πλοῦτο τῆς ψυχῆς ἐκείνων πού τό ἐργάστηκαν.

Βλέπει τόν ἐνθουσιασμό τοῦ λαοῦ μας στίς ὧρες τῆς ἐπιστράτευσης, καθώς ὁ λοχαγός γράφει:

«Ἔξω στήν πόλη τραγούδια, χαρές, φωνές,γλέντια. Ὅλοι πού ἔτρεχαν νά καταταγοῦν,ἤξεραν καλά πώς θ’ ἀντίκρυζαν ἕνα στρατό μεγάλο, ἰσχυρό καί μέ βάσεις πλούσιου ἀνεφοδιασμοῦ κοντινές. Κι ὅμως γελοῦσαν. Τραγουδοῦσαν…».

Ἡ ἐπιστράτευση ἔχει ἀρχίσει κι ἐκεῖνος μέ βῆμα γοργό περνᾶ τό κατώφλι τοῦ Ναοῦ τῆς Χρυσοσπηλιώτισσας κι ἀνάβει κερί μπρός στήν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς. Κι ἐκεῖ μέ μοναδική εὐαισθησία θυμᾶται τήν ἀγαπημένη του εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς στό Μοναστήρι τῆς Κερᾶς στίς πλαγιές τῶν βουνῶν τῆς Δίκτης :«Τήν εἰκόνα αὐτή δέν θά τή λησμονήσω ποτέ μου, ὄχι μόνο γιατί μέσα μου εἶναι σάν εἰκόνα “μάννας”, ἀλλά καί γιά κάποια ἄλλη λεπτομέρεια. Τό παπουτσάκι τοῦ Χριστοῦ εἶναι βγαλμένο ἀπό τό πόδι του καί κρέμεται μ’ ἕνα κορδόνι. Ἡ ἀσήμαντη αὐτή λεπτομέρεια εἶναι πολύ ἀνθρώπινη, πού φέρνει πολύ κοντά μας τόν Χριστό. Ὁ Χριστούλης μέ τό πεσμένο παπουτσάκι μᾶς πλησιάζει τόσο, πού σέ καμία ἄλλη εἰκόνα δέν μποροῦμε νά Τόν βροῦμε τόσο ἀνθρωποποιημένο. Εἶναι δικός μας, καταδικός μας. Σ’ ὅλες τίς εἰκόνες, γενικά σ’ ὅλες, ὅσο κι ἄν μᾶς τόν παρουσιάζουν ἄνθρωπο, ἐμεῖς Τόν βλέπουμε τόν Θεό μας. Μά ἐδῶ εἶναι παιδί γλυκό σάν τά παιδιά μας».

Ὁ πόλεμος πλέον συνεχίζεται κι ὁ λοχαγός γίνεται θαυμαστής τῆς μοναδικῆς ὁμοψυχίας τῶν Ἑλλήνων. Βλέπει πώς ὁ καθένας ὑπηρετεῖ ἀπό τή θέση του τό θαῦμα. Μιλᾶ μέ ἐνθουσιασμό γιά τό χωρικό πού μέ ἕνα δοχεῖο βενζίνη ἔκαψε τή γέφυρα ἀπ’ ὅπου ὁ ἐχθρός ἤ θά ὑποχωροῦσε ἤ θά λάμβανε ἐνισχύσεις: «Ἔζησα νά τόν γνωρίσω. Τοῦ ̓σφιξα τό χέρι μέ ἐνθουσιασμό. Ἀθάνατη Ἑλλάδα ! Ὅλοι μιά ψυχή ! Ὅλοι ἕνας παλμός ! Ὅλοι μιά λαχτάρα ! Νά πού ἀληθεύει ἡ στροφή τοῦ Σολωμοῦ πού μές στόν Ὕμνο μας ἔβαλε τή σοφή συμβουλή !

“Πάντα ἡ νίκη ἄν ἑνωθῆτε
πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθεῖ”.

Ναί, μᾶς ἀκολουθεῖ ἡ νίκη, γιατί ὁ ἕνας μέ τό τουφέκι, ὁ ἄλλος στό φτερό τοῦ ἀεροπλάνου, ὁ ἄλλος στό κανόνι, ὁ ἄλλος μέ τό μουλάρι του, ὁ ἄλλος μέ τήν εἰσφορά του, ὁ ἄλλος μέ τή δωρεά τῶν ζεστῶν καλτσῶν, ὁ ἄλλος μέ τό θερμαντικό ποτό του, ὁ ἄλλος μέ τή νοσοκομειακή περίθαλψή του, ὁ ἄλλος μέ τήν ἀγρύπνια του στό βολάν τοῦ αὐτοκινήτου κι ὁ ἄλλος μέ τή βενζίνα καί τή φωτιά, κι ὅλοι μιά ψυχή, μιά λαχτάρα, τείνουμε σ’ ἕνα σκοπό ! Νά ἡ νίκη !».

Καί ἡ νίκη ἔρχεται γοργά. Οἱ Ἰταλοί ὑποχωροῦν μπρός στό ἑλληνικό θαῦμα. Μά προσπαθοῦν νά κρύψουν τήν ἀδυναμία τους διαδίδοντας ψευδεῖς εἰδήσεις, οἱ ὁποῖες ἀντιμετωπίζονται μέ θυμηδία ἀπό τό ἀντίπαλο στρατόπεδο καί κάνουν τό λοχαγό νά σημειώσει στό ἡμερολόγιό του : «Χθές διάβαζα πώς οἱ ἰταλικοί σταθμοί στίς ἐκπομπές τους ἀνακοινώνουν ὅτι : “τό στρατηγεῖο τῆς Ἀλβανίας συνεχίζει τήν τακτική τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ”. Πῶς ἐννοεῖ τήν ἐξάντληση ἐγώ τουλάχιστον δέν μπορῶ νά τό καταλάβω. Μόνο κάποτε ἄκουσα τόν Καραγκιόζη νά λέει πώς ἄφηνε τό Βελῆ Γκέκα νά τόν δέρνει, ὥσπου νά ἱδρώσει, νά πουντιάσει καί νά πεθάνει».

Ἡ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα κάνει κάποτε τό λοχαγό ποιητή καί σημειώνει στό χαρτί στίχους :

«Καλότυχοι οἱ θνητοί ὅπου μποροῦνε
τό ὅπλο νά κρατοῦν. Κι ὄντας ριχτοῦνε
στή μάχη καί τό θάνατο ζητοῦνε
νά τούς ζηλεύουν πρέπει
κι ὄχι νά θρηνοῦνε.

Σιμώνουν στό Θεό, λαμποκοπᾶνε,
καθώς γεμίζει ὁ πόθος τους τά στήθια ὀρθή
νά στήσουν τήν πεσμένη ἀλήθεια,
τῆς λευτεριᾶς, πού οἱ ἐχθροί πατᾶνε…»

Ξεφυλλίζοντας μέ συγκίνηση τό ἡμερολόγιο ἑνός ἄγνωστου ἥρωα, ἑνός ἀπό τούς πολλούς, καταλαβαίνεις λίγο καλύτερα πῶς ἔγινε κεῖνο τό μεγάλο θαῦμα. Πῶς γράφηκε τό ἀθάνατο ἔπος τοῦ 1940.

Πηγή : Τό ἡμερολόγιο ἑνός νεκροῦ λοχαγοῦ. Ἀπ ̓ τήν ἐποποιΐα τῆς Ἀλβανίας , ἐκδ. «Ἰω. Μουρέλλος», Ἡράκλειο Κρήτης 1947.


ἀπό τό περιοδικό «Ἡ Δράση μας»
τεῦχος Ὀκτωβρίου 2019

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ