Πατήρ Ἐπιφάνιος μέ κομμουνιστή(μέρος τρίτο)

0
309
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (1 ψήφοι, μέσος όρος: 4,00 από 5)
Loading...

Θά πρέπει μάλιστα νά σοῦ τονίζω καί τό ἑξῆς: Οἱ Εὐαγγελιστές εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πραγματική ἱστορία. Διηγοῦνται τά γεγονότα καί μόνον αὐτά. Δέν προβαίνουν σε καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δέν ἐπαινοῦν, κανένα δέν κατακρίνουν. Δέν κάνουν καμμία προσπάθεια νά διογκώσουν κάποιο γεγονός ἤ νά ἐξαφανίσουν ἤ νά ὑποτιμήσουν κάποιο ἄλλο. Ἀφήνουν τά γεγονότα νά μιλοῦν μόνα τους.

– Ἀποκλείεται νά ἔγινε στήν περίπτωσι τοῦ Χριστοῦ νεκροφάνεια; Τίς προάλλες ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες γιά κάποιον Ἰνδό, τόν ὁποῖο ἔθαψαν καί μετά ἀπό τρεῖς μέρες τόν ξέθαψαν καί ἦταν ζωντανός.

– Ἄχ, παιδάκι μου. Θά θυμηθῶ καί πάλι τό λόγο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἄπιστοι, δέν εἶσθε δύσπιστοι. Εἶσθε οἱ πλέον εὔπιστοι. Δέχεσθε τά πιό ἀπίθανα, τά πιό παράλογα, τά πιό ἀντιφατικά, γιά νά ἀρνηθῆτε τό θαῦμα!».

Ὄχι, παιδί μου. Δέν ἔχουμε νεκροφάνεια στόν Χριστό. Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τή μαρτυρία τοῦ Ρωμαίου κεντυρίωνος, ὁ ὁποῖος βεβαίωσε τόν Πιλᾶτο ὅτι ὁ θάνατος εἶχε ἐπέλθει.

Ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος κατά τήν ἴδια τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας μέ δύο μαθητές Του πρός Ἐμμαούς, πού ἀπεῖχε πάνω ἀπό δέκα χιλιόμετρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον νά ἔχη ὑποστῆ ὅσα ὑπέστη ὁ Χριστός καί τρεῖς μέρες μετά τό «θάνατό» του νά τοῦ συνέβαινε νεκροφάνεια; Ἄν μή τι ἄλλο θά ’πρεπε γιά σαράντα μέρες νά τόν ποτίζουν κοτόζουμο γιά νά μπορῆ νά ἀνοίγη τά μάτια του, κι ὄχι νά περπατᾶ καί νά συζητᾶ σάν νά μή συνέβη τίποτα.

Ὅσο γιά τόν Ἰνδό, φέρε τον ἐδῶ νά τόν μαστιώσουμε μέ φραγγέλιο – καί ξέρεις τί ἐστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στά ἄκρα τοῦ ὁποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ἤ σπασμένα κόκαλλα ἤ μυτερά καρφιά –, φέρε τον, λοιπόν, νά τόν φραγγελώσουμε, νά τοῦ φορέσουμε ἀκάνθινο στεφάνι, νά τόν σταυρώσουμε, νά τοῦ δώσουμε χολή καί ξύδι, νά τόν λογχίσουμε, νά τόν βάλουμε στόν τάφο, κι ἄν ἀναστηθῆ, τότε τά λέμε.

– Παρά ταῦτα ὅλες οἱ μαρτυρίες, τίς ὁποῖες ἐπικαλεσθήκατε, προέρχονται ἀπό Μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει κάποια μαρτυρία περί αὐτοῦ, πού νά μην προέρχεται ἀπό τόν κύκλο τῶν Μαθητῶν του; Ὑπάρχουν δηλ. ἱστορικοί, πού νά πιστοποιοῦν τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ; Ἄν ναι, τότε θά πιστέψω κι ἐγώ.

– Ταλαίπωρο παιδί! Δέν ξέρεις τί ζητᾶς! Ἄν ὑπῆρχαν τέτοιοι ἱστορικοί πού νά εἶχαν δεῖ τόν Χριστό ἀναστημένο, τότε ἀναγκαστικά θά πίστευαν στην Ἀνάστασί Του καί θά τήν ἀνέφεραν πλέον ὡς πιστοί, ὁπότε καί πάλι θά ἀρνιόσουν τή μαρτυρία τους, ὅπως ἀκριβῶς ἀπορρίπτεις τή μαρτυρία τοῦ Πέτρου, τοῦ Ἰωάννου κ.λ.π. Πῶς εἶναι δυνατόν νά βεβαιώνη κάποιος τήν Ἀνάστασι καί ταυτόχρονα νά μή γίνεται Χριστιανός; Μᾶς ζητᾶς «πέρδικα ψητή σέ κέρινο σουβλί καί νά λαλῆ»! Αἴ, δέν γίνεται!

Σοῦ θυμίζω πάντως, ἐφ’ ὅσον ζητᾶς ἱστορικούς, αὐτό τό ὁποῖο σοῦ ἀνέφερα καί προηγουμένως: ὅτι δηλ. οἱ μόνοι πραγματικοί ἱστορικοί εἶναι οἱ Ἀπόστολοι.

Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως ἔχουμε καί μαρτυρία τέτοια ὅπως τήν θέλεις: ἀπό κάποιον δηλ. πού δέν ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Τοῦ Παύλου. Ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δέν ἦταν Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἐδίωκε μετά μανίας τήν Ἐκκλησία Του.

– Γι’ αὐτόν ὅμως λένε ὅτι ἔπαθε ἡλίασι καί ἐξ αἰτίας της εἶχε παραίσθησι.

– Βρέ παιδάκι μου, ἄν εἶχε παραίσθησι ὁ Παῦλος, αὐτό πού θά ἀνεδύετο θά ἦταν τό ὑποσυνείδητό του. Καί στό ὑποσυνείδητό τοῦ Παύλου θέσι ὑψηλή κατεῖχαν οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προφῆτες. Τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰακώβ καί τόν Μωυσῆ ἔπρεπε νά δῆ κι ὄχι τόν Ἰησοῦ, τόν ὁποῖο θεωροῦσε λαοπλάνο καί ἀπατεῶνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στό ὄνειρό της ἤ στό παραλήρημά της νά βλέπη τόν Βούδδα ἤ τόν Δία; Τόν Ἄι Νικόλα θά δῆ καί τήν Ἁγία Βαρβάρα. Διότι αὐτούς πιστεύει. Καί κάτι ἀκόμη. Στόν Παῦλο, ὅπως σημειώνει ὁ Παπίνι, ὑπάρχουν καί τά ἑξῆς θαυμαστά: Πρῶτον, τό αἰφνίδιο τῆς μεταστροφῆς. Κατ’ εὐθεῖαν ἀπό τήν ἀπιστία στην πίστι. Δέν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, τό ἰσχυρόν τῆς πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί ἀμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστι διά βίου. Πιστεύεις ὅτι αὐτά μπορεῖ νά λάβουν χώρα μετά ἀπό μιά ἡλίασι; Δέν ἐξηγοῦνται αὐτά μέ τέτοιους τρόπους. Ἄν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. Ἄν δέν μπορῆς, παραδέξου τό θαῦμα. Καί πρέπει νά ξέρης ὅτι ὁ Παῦος μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του ἦταν ἄνδρας ἐξόχως πεπαιδευμένος. Δέν ἦταν κανένα ἀνθρωπάκι νά μήν ξέρη τί τοῦ γίνεται.

Θά προσθέσω ὅμως καί κάτι ἐπί πλέον. Ἐμεῖς, παιδί μου, ζοῦμε σήμερα σέ ἐξαιρετική ἐποχή. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε γιά τήν Ἐκκλησία Του ὅτι «καί πῦλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. ιϚ’ 18), οἱ ὀπαδοί Του ἀριθμοῦσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Ἔκτοτε πέρασαν δυό χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αὐτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀκλόνητη παρά τούς συνεχεῖς καί φοβερούς διωγμούς ἐναντίον της. Αὐτό δέν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Καί κάτι τελευταίο. Στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται πώς, ὅταν ἡ Παναγία μετά τόν Εὐαγγελισμό ἐπισκέφθηκε τήν Ἐλισάβετ, τή μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἐκείνη τήν ἐμακάρισε μέ τά λόγια: «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». Καί ἡ Παναγία ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον… ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (α’ 48).

Τί ἦταν ἡ Παναγία; Μία ἄσημη κόρη τῆς Ναζαρέτ ἦταν. Ποιός τήν ἤξερε; Παρά ταῦτα ἀπό τότε ξεχάσθηκαν αὐτοκράτειρες, ἔσβησαν λαμπρά ὀνόματα γυναικῶν, λησμονήθηκαν σύζυγοι καί μητέρες στρατηλατῶν. Ποιός ξέρει ἤ ποιός θυμᾶται τή μητέρα τοῦ Μεγ. Ναπολέοντος ἤ τή μητέρα τοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Ὅμως ἐκατομμύρια χείλη σ’ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς καί σ’ ὅλους τούς αἰῶνες ὑμνοῦν τήν ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ, «τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Ζοῦμε ἤ δέν ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ ἄνθρωποι τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, τήν ἐπαλήθευσι τοῦ προφητικοῦ αὐτοῦ λόγου τῆς Παναγίας;

Τά ἴδια ἀκριβῶς συμβαίνουν ὅσον ἀφορᾶ καί σέ μιά «δευτερεύουσα» προφητεία τοῦ Χριστοῦ: Ὅταν στήν οἰκία τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ μιά γυναίκα περιέχυσε στό κεφάλι του τό πολυτιμο μῦρο, εἶπε ὁ Κύριος: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐάν κηρυχθῇ τό εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καί ὅ ἐποίησεν αὔτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς» (Ματθ. κϚ’ 13). Πόσος ἦταν ὁ κύκλος τῶν ὀπαδῶν Του τότε, γιά νά πῆ κανείς ὅτι αὐτοί θά ἔκαναν τά ἀδύνατα δυνατά ὤστε νά ἐκπληρωθῆ ἡ προφητεία αὐτή τοῦ Διδασκάλου τους; Καί μάλιστα μιά τέτοια προφητεία, ἡ ὁποία με τά κριτήρια τοῦ κόσμου δέν ἔχει καί καμμιά σημασία για τούς πολλούς;

Εἶναι ἤ δέν εἶναι θαύματα αὐτά; Ἄν μπορῆς, ἐξήγησέ τα. Ἄν δέν μπορῆς ὅμως, παραδέξου τα ὡς τέτοια.

– Ὁμολογῶ ὅτι τά ἐπιχειρήματά σας εἶναι ἰσχυρά. Ἔχω ὅμως νά σᾶς ρωτήσω κάτι ἀκόμη: Δέν νομίζετε ὅτι ὁ Χριστός ἄφησε τό ἔργο του ἡμιτελές; Ἐκτός κι ἄν μᾶς ἐγκατέλειψε. Δέν μπορῶ νά φαντασθῶ ἕναν Θεό νά παραμένη ἀδιάφορος στό δράμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς νά βολοδέρνουμε ἐδῶ κι ἐκεῖνος ἀπό ψηλά νά στέκεται ἀπαθής.

– Ὄχι, παιδί μου. Δέν ἔχεις δίκιο. Ὁ Χριστός δέν ἄφησε τό ἔργο Του ἡμιτελές. Ἀντιθέτως εἶναι ἡ μοναδική περίπτωσι ἀνθρώπου στήν ἱστορία, ὁ ὁποῖος εἶχε τή βεβαιότητα ὅτι ὁλοκλήρωσε τήν ἀποστολή του καί δέν εἶχε τίποτα ἄλλο νά κάνη καί νά πῆ.

Ἀκόμη κι ὁ μέγιστος τῶν σοφῶν, ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος μιά ὁλόκληρη ζωή μιλοῦσε καί δίδασκε, στό τέλος συνέθεσε καί μιά περίτεχνη ἀπολογία καί, ἄν ζοῦσε, θά εἶχε κι ἄλλα νά πῆ.

Μόνο ὁ Χριστός σέ τρία χρόνια δίδαξε ὅ,τι εἶχε νά διδάξη, ἔπραξε ὅ,τι ἤθελε νά πράξη καί εἶπε τό «τετέλεσται». Δεῖγμα κι αὐτό τῆς θεϊκῆς Του τελειότητος καί αὐθεντίας.

Ὅσο γιά τήν ἐγκατάλειψι, τήν ὁποία ἀνέφερες, σέ καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ὁ κόσμος εἶναι θέατρο τοῦ παραλόγου. Χωρίς Χριστό δέν μπορεἶς νά ἐξηγήσεις τίποτε. Γιατί οἱ θλίψεις, γιατί οἱ ἀδικίες, γιατί οἱ ἀποτυχίες, γιατί οἱ ἀσθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί».

Κατάλαβέ το! Δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά προσεγγίση μέ τήν πεπερασμένη λογική του τά «γιατί» αὐτά. Μόνο μέ τόν Χριστό ἐξηγοῦνται ὅλα: Μᾶς προετοιμάζουν γιά τήν αἰωνιότητα. Ἴσως ἐκεῖ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νά πάρουμε ἀπάντησι σέ μερικά ἀπό τά «γιατί» αὐτά.

Ἀξίζει τόν κόπο νά σοῦ διαβάσω ἕνα ὡραῖο ποίημα ἀπό τή συλλογή τοῦ Κωσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι καί Μυρσίναι» μέ τόν τίτλο «Ἐρωτηματικά»

Εἶπα στόν γέροντα ἀσκητή τόν ἑβδομηκοντάρη,
πού κυματοῦσε ἡ κόμη του σάν πασχαλιᾶς κλωνάρι:
Πές μου, πατέρα μου, γιατί σέ τούτη ’δῶ τή σφαῖρα
ἀχώριστα περιπατοῦν ἡ νύχτα καί ἡ μέρα;
Γιατί, σάν νά ’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε ἀντάμα
τ’ ἀγκάθι καί τό λούλουδο, τό γέλιο καί τό κλάμα;
Γιατί στην πιο ἐλκυστική τοῦ δάσους πρασινάδα
σκορπιοί φωλιάζουν κι ὄχεντρες καί κρύα φαρμακάδα;
Γιατί, προτοῦ τό τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει
καί ξεδιπλώσει μπρός στό φῶς τ’ ἀμύριστά του κάλλη,
μαῦρο σκουλῆκι ἔρχεται, μιά μαχαιριά τοῦ δίνει
κι ἕνα κουρέλι ἄψυχο στην κούνια του τ’ ἀφήνει;
Γιατί ἀλέτρι καί σπορά καί δουλευτάδες θέλει
τό στάχυ, ὥσπου νά γενῆ ψωμάκι καί καρβέλι
καί κάθε τι ὠφέλιμο κι εὐγενικό καί θεῖο
πληρώνεται μέ δάκρυα καί αἵματα στό βίο,
ἐνῶ ὁ παρασιτισμός αὐτόματα θεριεύει
κι ἡ προστυχιά ὅλη τή γῆ νά καταπιῆ γυρεύει;
Τέλος, γιατί εἰς τοῦ παντός τήν τόση ἁρμονία
νά χώνεται ἡ σύγχυσι κι ἡ ἀκαταστασία;
Ἀπήντησε ὁ ἀσκητής μέ τή βαρειά φωνή του
πρός οὐρανούς ὑψώνοντας τό χέρι τό δεξί του:
Ὀπίσω ἀπό τά χρυσᾶ ἐκεῖ ἐπάνω νέφη
κεντᾶ ὁ Μεγαλόχαρος ἀτίμητο γκεργκέφι (=κέντημα).
Κι ἐφόσον εἰς τά χαμηλά ἐμεῖς περιπατοῦμεν
τήν ὄψι τήν ξανάστροφη, παιδί μου, θεωροῦμε.
Καί εἶναι ἄρα φυσικό λάθη ὁ νοῦς νά βλέπη
ἐκεῖ πού νά εὐχαριστῆ καί νά δοξάζη πρέπει.
Περίμενε σάν Χριστιανός νά ἔλθη ἡ ἡμέρα
πού ἡ ψυχή σου φτερωτή θά σχίση τόν αἰθέρα
καί τοῦ Θεοῦ τό κέντημα ἀπ’ τήν καλή κοιτάξης
καί τότε… ὅλα σύστημα θά σοῦ φανοῦν καί τάξις!

Ὁ Χριστός, παιδί μου, δέν μᾶς ἐγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός καί συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Αὐτό ὅμως θά τό καταλάβης, μόνο ἄν γίνης συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας Του καί συνδεθῆς μέ τά Μυστήριά της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ