Γιατί πράγματι, πώς ήταν δυνατόν να επιχείρησαν οι μαθητές την κλοπή του σώματος του Κυρίου μέσα στη νύχτα και να τόλμησαν ένα τέτοιο εγχείρημα αυτοί που έτρεμαν τους Ιουδαίους και ήταν κρυμμένοι από το φόβο τους και απογοητευμένοι από την τόσο δυσάρεστη εξέλιξη των γεγονότων; Αυτοί που εγκατέλειψαν το Διδάσκαλό τους όταν ήταν ζωντανός, πώς τώρα Τον υπερασπίζονταν νεκρό; Ακόμη και ο φλογερός μαθητής, ο Πέτρος, Τον αρνήθηκε μπροστά σε μία παιδίσκη. Τώρα πώς φάνηκαν τόσο γενναίοι οι μαθητές μπροστά σε πάνοπλους Ρωμαίους στρατιώτες.
Πώς απεκύλισαν το λίθο, που ήταν μεγάλος και βαρύς; Δεν υπήρχαν σφραγίδες που τον σφράγιζαν με ασφάλεια και φρουροί που τοποθετήθηκαν εκεί, ακριβώς επειδή υπήρξε η σκέψη για ενδεχόμενο κλοπής, έτοιμοι να διαπεράσουν με τα δόρατά τους όποιον ήθελε με κακό σκοπό να πλησιάσει; Και γιατί, αν οι μαθητές ήθελαν να κλέψουν το νεκρό σώμα του Διδασκάλου, δεν πήγαν την πρώτη νύχτα που δεν υπήρχε φρουρά και πήγαν τη δεύτερη, όταν είχαν τοποθετηθεί εκεί οι στρατιώτες; Και γιατί δεν πήραν το σώμα με τα σουδάρια, όπως θα έπρεπε να κάνουν αυτοί που διαπράττουν μία κλοπή και βέβαια ενεργούν με ταχύτητα και βιασύνη; Και τι είδους επιχείρημα είναι αυτό που είπαν οι φρουροί, ότι η κλοπή έγινε την ώρα που εμείς κοιμόμασταν; Δηλαδή είμαστε τόσο βέβαιοι ότι το σώμα εκλάπη, γιατί εκείνη την ώρα εμείς είχαμε παραδοθεί σε ύπνο τόσο βαθύ, ώστε δεν είδαμε και δεν ακούσαμε τίποτε. Απόλυτα αξιόπιστοι μάρτυρες!
«Δι’ ών την αλήθειαν συσκιάζειν επεχείρουν, διά τούτων και άκοντες παρεσκεύαζον εκλάμπειν αυτήν», παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος. Τα ίδια τα επιχειρήματά τους φανερώνουν την αλήθεια της Αναστάσεως. Διότι με όσα λένε ομολογούν ότι το σώμα δεν υπάρχει. Και από τα επιχειρήματά τους γίνεται ολοφάνερο ότι κλοπή δεν μπορεί να έχει γίνει.
Είναι εντυπωσιακό ότι οι αρχιερείς, όταν άκουσαν τις ειδήσεις που τους έφεραν οι στρατιώτες, δεν αμφισβήτησαν την Ανάσταση. Δεν είπαν: Τι είναι αυτά που λέτε; Τι πάθατε; Πώς είναι δυνατόν να είναι κενός ο τάφος; Δεν μπορεί να συνέβησαν τέτοια πράγματα. Τρέξτε γρήγορα να βρείτε το σώμα, να το παρουσιάσουμε σ’ όποιον ζητεί να μάθει την αλήθεια και να κλείσουμε μια φορά για πάντα τα στόματα των κηρύκων της Αναστάσεως. Τίποτε απ’ αυτά. Αργύρια και ψεύδη χοντροκομμένα…
Δεν υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν την Ανάσταση. Υπάρχουν εκείνοι που την πολεμούν. Δεν λείπουν τα επιχειρήματα που στηρίζουν την τρισμέγιστη αλήθεια της Αναστάσεως. Λείπει η διάθεση από πολλούς να προσκυνήσουν τον Αναστάντα.
Όταν μετά την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς και την Πεντηκοστή ο απόστολος Πέτρος μιλούσε στα πλήθη των Ιουδαίων και κήρυττε την Ανάσταση του Χριστού, κανείς δε βρέθηκε να πει ότι αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα και ότι πρόκειται περί κλοπής. Αντίθετα πολλοί «κατενύγησαν τη καρδία», συναισθάνθηκαν την ενοχή τους, κατέλαβε λύπη την ψυχή τους, μετανόησαν και βαπτίσθηκαν στο όνομα του Χριστού και έγιναν μέλη της Εκκλησίας και κήρυκες της Αναστάσεως (βλ. Πραξ. β΄ γ΄).
Όσοι με ταπείνωση παραδέχονται τα λάθη τους και μετανοούν, αυτοί ανασταίνονται σε καινή ζωή. Αυτοί πιστεύουν στον αναστάντα Κύριο. Δεν μπορεί ένας νεκρός να οδηγεί τους άλλους στη ζωή!








