Η δημιουργία του ανθρώπου

1
576
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Ο άνθρωπος γενικώς ως δημιούργημα

Στο έργο της θείας δημιουργίας και στο μέσο αυτού ως κρίκος, που συνδέει τον υλικό και πνευματικό κόσμο, στέκει ο άνθρωπος. Αυτός αποτελεί την κατακλείδα και το επιστέγασμα των θείων δημιουργημάτων και την κορωνίδα της επιγείου δημιουργίας. Έτσι ο άνθρωπος με το σώμα του, που είναι γήινο και υλικό, συνδέεται με το φυσικό κόσμο και ως δημιούργημα ανήκει σε αυτόν. Με την ψυχή του όμως και το πνεύμα του, το ευγενέστερο τούτο στοιχείο του, που ως αξία δεν συγκρίνεται με το σώμα, συνδέεται προς τον πνευματικό κόσμο και ανήκει κυρίως σε αυτόν. Έτσι υπερέχει πολύ, τα μέγιστα υπερέχει ο άνθρωπος από τον άλλο γήινο και υλικό κόσμο. Την υπεροχή του αυτή την αποδεικνύει και ο πολύ ιδιαίτερος και εξαιρετικός τρόπος της δημιουργίας του, ενώ δηλαδή όλα τα άλλα δημιουργήματα τα έκανε ο Θεός με ένα δημιουργικό του πρόσταγμα – ένα λόγο έλεγε ο Θεός, τον λόγο «γενηθήτω», και αμέσως γίνονταν – για τον άνθρωπο χρησιμοποιεί άλλο τρόπο. Ο ίδιος ο Θεός προσωπικώς επεμβαίνει και πλάττει το σώμα από χώμα, έπειτα δε εμφυσά στο σώμα αυτό το γήινο πνοή ζωής, την ψυχή δηλαδή, και καταρτίζεται ο άνθρωπος σε έμψυχο ον. Έπειτα δε και από την πλευρά του Αδάμ πλάττει την Εύα, την πρώτη γυναίκα, για να είναι της ίδιας φύσεως προς τον άνδρα και η γυναίκα. Η Γραφή λέει: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γενέσ. β’ 7). Και έτσι με πολλή ευγνωμοσύνη προς τον Θεό έψαλλε κατόπιν ο προφήτης Δαβίδ· «αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καί ἔπλασάν με» (Ψαλμ. ριη’ 73). Ψάλλει πάντοτε και η Αγία μας Εκκλησία· γῆθέν μου (από τη γη, από το χώμα) τό σῶμα διέπλασας, δέδωκάς δέ μοι ψυχήν τῇ θείᾳ σου καί ζωοποιῷ ἐμπνεύσει». Οι εκφράσεις, βέβαια, αυτές της Αγίας Γραφής είναι συμβολικές και εικονικές. Θέλουν να δείξουν το στενό σύνδεσμο του ανθρώπου και προς την γη και προς τον ουρανό, το Θεό. Προς τη γη με το σώμα του, που είναι χωματένιο, και προς το Θεό με την ψυχή, που αυτή είναι πνευματική και αθάνατη. Έχει, λοιπόν, υπέροχη θέση και αξία μέσα στη δημιουργία ο άνθρωπος. Υπέροχη θέση έχει ο άνθρωπος μέσα στο ζωικό της γης βασίλειο. Και φαίνεται η υπέροχη αυτή αξία κα θέση του στον τρόπο και τα συστατικά με τα οποία πλάσθηκε, και για την ασύγκριτη αξία της πνευματικής και αθάνατης ψυχής του. Γι’ αυτό καλεί τον καθένα μας ο ιερός Πατέρας της Εκκλησίας μας, ο Μέγας Βασίλειος, και μας λέει· «Γνῶθι σεαυτοῦ τήν φύσιν, ὅτι θνητόν μέν τό σῶμα, ἀθάνατος δέ ἡ ψυχή· ἐπιμελοῦ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου». Αυτή η υπεροχή και αξία του ανθρώπου γενικώς φαίνεται και εξαίρεται και από το λόγο του προφήτη προς τον Θεό· «ἠλάττωσας αὐτὸν (τον άνθρωπο δηλαδή) βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους (λίγο κατώτερα από τους αγγέλους τον έκανες τον άνθρωπο, Θεέ μου), δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου» (Ψαλμ. η’ 6, 7). Λοιπόν, μεγάλη η αξία του ανθρώπου ως δημιουργήματος του Θεού και εξαιρετική η θέση του, ηγεμονική και κυρίαρχη λόγω της υπέροχης αυτής αξίας του μέσα στα έργα της δημιουργίας του Θεού.

Τα συστατικά του ανθρώπου

Δύο είναι τα συστατικά, από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος, το σώμα και η ψυχή. Το σώμα γήινο, υλικό και φθαρτό, γι’ αυτό και θνητό. Η ψυχή πνευματική και αθάνατη, και η ζωή της ποτέ δεν διακόπτεται (1). Και η ψυχή δίνει ζωή στο σώμα, αλλά και δρα με το σώμα και με το σώμα φέρει σε πέρας τα έργα της. Το σώμα το κατώτερο, η ψυχή το ασυγκρίτως από το σώμα ανώτερο. Τούτο βεβαιώνει και ο λόγος του Κυρίου, που εξαίρει την ασύγκριτη προς το σώμα και προς όλα τα υλικά πράγματα αξία της ψυχής. «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. η’ 36, 37). Παρά ταύτα όμως το σώμα παρότι υλικό και φθαρτό προσλαμβάνει υπέροχη αξία στο Χριστιανισμό, αφού γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και φυλάσσεται σε ανάσταση και ζωή αιώνια, όταν κατά την εξανάσταση θα ενωθεί πάλι με την αθάνατη ψυχή του. Για αυτό λέει ο Απόστολος· «οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν  Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ;» (Α’ Κορινθ. στ’ 19). Επομένως είναι φανερή και του σώματος η αξία, αφού τόση τιμή προσλαμβάνει, ώστε κατοικητήριο του αγίου Θεού να γίνεται. Αλλά και πόση προσοχή χρειάζεται να διατηρείται αγνό και άμωμο, αφού θα κρατεί μέσα του τον άγιο Θεό. Άγιος ο ένοικός του, άγιο και αυτό. Και επιπλέον πρέπει να είναι και να μένει αγνό και άγιο, αφού παραδίδεται μεν τώρα διά του θανάτου στη φθορά, αλλά θα αναστηθεί, όπως είπαμε, σε νέα, άφθαρτη και αιώνια ζωή. Αθάνατη, λοιπόν, και θεοειδής η ψυχή, και γι’ αυτό ασύγκριτη προς τα υλικά η αξία της. Αλλά μέγιστη και του σώματος η αξία, αφού και αυτό από το Πνεύμα του Θεού εξαγιάζεται και ναός του Αγίου Πνεύματος γίνεται, και Σώμα και Αίμα Χριστού δέχεται και σε ανάσταση και αιώνια ζωή φυλάσσεται, σύμφωνα και με την ομολογία της Πίστης μας· «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» (2).

Ο πρώτος άνθρωπος γενάρχης όλου του ανθρώπινου γένους

Όλοι γνωρίζουμε πως επάνω στον πλανήτη μας, τη γη, δεν κατοικεί μία φυλή και δεν ομιλείται μία γλώσσα. Κάποτε βέβαια δεν ήταν έτσι. Όπως μας λέει και η Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή ο λόγος του Θεού, που είναι η αλήθεια, στην πολύ-πολύ παλιά εποχή και μετά τον κατακλυσμό στην εποχή του Νώε «ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καί φωνή μία πᾶσι» (Γενέσ. ια’ 1). Δηλαδή σε όλη τη γη υπήρχε ένα γένος ανθρώπων και όλοι οι άνθρωποι μιλούσαν μία ίδια γλώσσα. Όταν κατόπιν αποφάσισαν να κτίσουν τον πύργο Βαβέλ από αλαζονεία και υπερηφάνεια και για να βγάλουν όνομα και να γίνουν ξακουστοί, τότε ο Θεός τους σύγχυσε τη γλώσσα, για να μην μπορούν να συνεννοηθούν και να φτιάξουν έτσι εγωιστικά τον πύργο τους. Από τότε σκόρπισαν σε όλη τη γη οι άνθρωποι, έγιναν διάφορα γένη και άρχισαν να μιλούν και διάφορες γλώσσες. Έτσι, λοιπόν, όλο το ανθρώπινο γένος, που ως την ώρα εκείνη ήταν ενωμένο και ενιαίο, χωρίσθηκε σε διάφορες φυλές, έγιναν διάφορα έθνη, διάφορες γλώσσες, διάφορες φυλές, με διάφορα χρώματα, ανάλογα και με τις κλιματολογικές συνθήκες, που είχαν τα διάφορα μέρη που κατοίκησαν. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως το ανθρώπινο γένος δεν είναι ένα γένος όλο και δεν έχει ένα γενάρχη και πατέρα. Όχι. Όλοι οι άνθρωποι, λευκοί και μαύροι, μελαψοί και ερυθρόδερμοι και κίτρινοι Ασιάτες και Ευρωπαίοι και Αφρικανοί και Αμερικανοί αποτελούν ένα ανθρώπινο γένος και έχουν ένα κοινό γενάρχη και πατέρα, τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, και από αυτόν ή μάλλον από το πρώτο ανδρόγυνο, τον Αδάμ και την Εύα, κατάγονται όλοι, όλοι οι άνθρωποι, όλων των εποχών και γενεών, και όλων των φυλών και γλωσσών. Τούτο, που είναι μία μεγάλη αλήθεια της αγίας μας Θρησκείας, το λέει ρητώς και σαφώς και ο απόστολος Παύλος. Λέει, και είναι γραμμένο στο ιερό βιβλίο των Πράξεων, ότι ο Θεός «ἐποίησέν ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Πράξ. ιζ’ 26). Από το ίδιο αίμα όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη. Επομένως και από τον ίδιο γενάρχη και πατέρα.

Η προέλευση της ψυχής του ανθρώπου

Από όσα είπαμε έως τώρα κατανοείται από όλους μας η προέλευση του σώματος του ανθρώπου. Η μία σάρκα γεννά την άλλη. Το ένα σώμα το άλλο. Το σώμα που έχει ο πατέρας, το έχει και το παιδί, υλικό και σαρκικό. Αλλ’ η ψυχή από πού προέρχεται και πώς γεννάται η ψυχή στον κάθε άνθρωπο; Είναι απ’ ευθείας δημιούργημα του Θεού κάθε ψυχή για κάθε άνθρωπο, που, όπως λέει και η Αγία Γραφή, «ἐνεφύσησεν (ο Θεός) είς τό πρόσωπον αὐτοῦ (του Αδάμ δηλαδή) πνοήν ζωῆς καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν»; Αυτό γίνεται ή μεταλαμπαδεύεται η ψυχή από τον ένα άνθρωπο στον άλλο, με την απόφαση βέβαια και στην περίπτωση αυτή του Θεού, αλλά και τη συμμετοχή του ανθρώπου; Το γεγονός τούτο είναι μυστήριο και εξήγηση δεν μπορούμε να δώσουμε. Μάλλον το δεύτερο πρέπει να συμβαίνει. Το Πνεύμα, ο Θεός δηλαδή, να δημιουργεί το πνεύμα, την ψυχή, με τη συμβολή και συνεργασία των ανθρώπων, των γονέων. Έτσι εξηγείται και η κληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Και έτσι πρέπει να συμβαίνει, διότι από αρρωστημένη ρίζα, αρρωστημένο δένδρο και αρρωστημένοι κλάδοι και καρποί παράγονται. Προκαταβολικώς μπορούμε να πούμε πως, όπως με τη μετάδοση ψυχής από τον ένα άνθρωπο στον άλλο με την αμαρτία και την ενοχή της, αφού αμάρτησε ο γενάρχης και μόλυνε όλο τον εαυτό του, παρομοίως και η σωτηρία του αμαρτωλού από τον ένα Σωτήρα, τον Χριστό, τον πνευματικό γενάρχη, μεταδίδεται. Με μία μεγάλη διαφορά. Ότι ο κάθε άνθρωπος άθελά του και χωρίς να έχει συνείδηση σε αυτό, παίρνει την αμαρτία και ενοχή από τον γεννήτορά του άνθρωπο. Ο Χριστιανός όμως αντλεί τη σωτηρία του από τον Χριστό, αφού το θελήσει και αφού με όλη του την ψυχή πιστεύσει και αγαπήσει τον Χριστό. Τοιουτοτρόπως ο πρώτος γενάρχης, ο Αδάμ, σαρκικός και αμαρτωλός. Και όλο το γένος του σαρκικό και αμαρτωλό, αφού αμαρτωλός αμαρτωλό γεννά, ο δεύτερος γενάρχης, ο Ιησούς Χριστός, πνευματικός και άγιος και πηγή αγιοσύνης. Και το γένος του, οι Χριστιανοί του, άγιο και πνευματικό. Όσοι τον πιστεύουν ολοψύχως και με όλη τους τη θέληση τον ακολουθούν και με τη θεία του χάρη αναγεννιόνται σε νέα του Πνεύματος ζωή, γίνονται και αυτοί, κατά λόγο πνευματικής κληρονομιάς, πνευματικοί και άγιοι. Αυτή είναι η διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, επομένως το ιερό δόγμα και η αγία αλήθεια της Εκκλησίας μας. Και λέει τούτο, αντιστρόφως τώρα, ότι όπως όλοι οι αμαρτωλοί ένα γενάρχη έχουν, τον πρώτο Αδάμ, ένα γενάρχη έχουν και όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι, τον δεύτερο Αδάμ, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Λέει ο Απόστολος στην Α’ Κορ. ιε’ 45-49: «ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος  Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος  Ἀδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν… ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι (οι αναγεννημένοι δηλαδή από τον Χριστό, τον επουράνιο Αδάμ). καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου».

Η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου

Αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου λέγεται η πρώτη πνευματική και ηθική κατάσταση του πρώτου ανθρώπου, πριν παρακούσει στην εντολή του Θεού και πέσει στην αμαρτία. Η Αγία Γραφή λέει, ότι όλα μεν τα όντα ο Θεός τα δημιούργησε «καλά λίαν», για δε τον άνθρωπο εκφράζεται κατά τρόπο πολύ υψηλό και μεγαλειώδη. Λέει, ότι, πριν αρχίσει ο Θεός να δημιουργεί τον άνθρωπο, είπε· «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς». Δηλαδή τον έκανε ένα μικρόθεο και τον κατέστησε κύριο, βασιλέα και εξουσιαστή, κυρίαρχο και κυβερνήτη της γης. Του έδωσε ύψιστα προνόμια και δικαιώματα επί της γης και επί όλων των όντων της γης, σαν εκείνα που έχει ο ίδιος σε ολόκληρη την κτίση. Και στη συνέχεια λέει· «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν» (Γεν. α’ 26, 27). «Κατ’ εικόνα», λοιπόν, και «καθ’ ομοίωση». Αυτή είναι η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου. Το «κατ’ εικόνα», πρώτον. Το «καθ’ ομοίωση», ύστερο. Το «κατ’ εικόνα» η καταβολή, αυτό που έγινε και έβαλε ο Θεός στον άνθρωπο. Το «καθ’ ομοίωση», το μέλλον, αυτό που θα επιδίωκε και θα επιτύγχανε ο άνθρωπος στη ζωή του βάσει του «κατ’ εικόνα». Το «καθ’ ομοίωση» ο προορισμός του ανθρώπου, το «κατ’ εικόνα» τα πνευματικά προσόντα και θεία κεφάλαια για να πετύχει ο άνθρωπος τον προορισμό του. Ας τα μελετήσουμε καλύτερα τα δύο αυτά.

α) Τι είναι το «κατ’ εικόνα»;

Το «κατ’ εικόνα» δεν είναι βέβαια το σώμα του ανθρώπου, διότι ο Θεός, ως Πνεύμα, είναι ασώματος και τελείως ξένος προς τα υλικά στοιχεία του ανθρώπου, μολονότι και το σώμα του ανθρώπου το τίμησε ο Θεός. Δεν το έπλασε σκυφτό, όπως τα σώματα των ζώων. Το έκανε όρθιο και προς τα πάνω, τον ουρανό να είναι εστραμμένο. Γιατί αυτό; Για να εννοεί και τη θεία του καταγωγή ο άνθρωπος και να κοιτάζει διαρκώς το κατοικητήριο του Θεού. Του έδωσε δηλαδή στάση ηγεμονική και βασιλική, όπως αρμόζει στον κύριο και βασιλέα των επιγείων, αφού κύριο της γης τον κατέστησε ο Θεός τον άνθρωπο. Και επειδή το σώμα, ενωμένο με την ψυχή, εκτελεί τις βουλές και τα προστάγματα της ψυχής, θεωρείται και «απείκασμα του κατ’ εικόνα», δηλαδή ομοίωμα της εικόνας ή μία «εικόνα της εικόνας», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Γι’ αυτό και με ποιητική υπερβολή και γλώσσα ο υμνωδός της Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ταυτίζοντας ψυχή και σώμα ψάλλει σε ένα τροπάριο της νεκρώσιμου Ακολουθίας· «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος». Αλλ’ είπαμε, αυτό γίνεται «ποιητική αδεία» και το σώμα δεν έχει πραγματική σχέση με το «κατ’ εικόνα». Το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στην ψυχή, στο πνεύμα. Αφού ο Θεός είναι Πνεύμα, το άπειρο και απόλυτο Πνεύμα, πνεύμα, ψυχή έδωσε και στον άνθρωπο, πνεύμα και πνευματικά και ηθικά προσόντα και χαρίσματα, για να επιτύχει και με δική του προσπάθεια το «καθ’ ομοίωση». Επομένως το «κατ’ εικόνα» είναι η ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου, προικισμένη με νου, με σκέψη, με σοφία και σύνεση, ώστε να διακρίνει το καλό από το κακό. Το «κατ’ εικόνα» είναι το κυριαρχικό και αυτεξούσιο, η ελευθερία δηλονότι και εξουσία του ανθρώπου να προτιμά και να πράττει το αγαθό, να αποφεύγει δε επιμελώς το πονηρό. Είναι η κλίση και φορά του ανθρώπου προς το Θεό, ώστε όπως είναι βγαλμένη από τα δημιουργικά χέρια του Θεού, απονήρευτη και άκακη και αθώα, τον Θεό πάντοτε να σκέπτεται, το Θεό να αναζητεί και με σφοδρή επιθυμία με το Θεό να θέλει να ζει, κάτω από του Θεού την παρουσία και καθοδήγηση και εξουσία να μένει. Το «κατ’ εικόνα» είναι η φυσική κλίση και προτίμηση του ανθρώπου προς την αρετή και αγιότητα, η αναμαρτησία και ευθύτητα, την οποία ως σπέρμα και καταβολή είχε ο άνθρωπος κατά την πρώτη του κατάσταση, για να προχωρήσει να την καλλιεργήσει, να την αναπτύξει, να την καταστήσει ενεργητική και έμπρακτη στη ζωή του. Τη θεωρητική έως τώρα αναμαρτησία και αρετή να την κάνει επάνω στα πράγματα χειροπιαστή και θαυμαστή. Το «κατ’ εικόνα» ήταν το «καθ’ ομοίωση» δυνάμει. Και το «καθ’ ομοίωση» το «κατ’ εικόνα» ενεργεία. Και αυτά σημαίνουν, ότι μέσα στο «κατ’ εικόνα» σαν σπέρμα υπήρχε το «καθ’ ομοίωση». Και το «καθ’ ομοίωση», αυτό το σπέρμα αναπτυγμένο στο δένδρο με πλούσιους καρπούς. Διότι·

β) Τι είναι και το «καθ’ ομοίωση»;

Προορισμός της επίγειας ζωής του ανθρώπου είναι η επιδίωξη και κατόρθωση της αρετής, κάθε αρετής και αγιότητας. Με το να χρησιμοποιήσει τις πνευματικές δωρεές και δυνάμεις και τις ηθικές χάρες που έβαλε ο Θεός στον άνθρωπο, να προχωρήσει ο άνθρωπος από τη φυσική αγνότητα και ηθική καθαρότητα, που βρίσκονται στο «κατ’ εικόνα», στην τελειότητα της αρετής και να την καταστήσει υπερφυσική αγιότητα. Να γίνει και να αποδειχθεί και στα πράγματα δίκαιος και άγιος, όπως είναι ο Θεός, που τον έπλασε, άγιος και τέλειος στην αρετή και δικαιοσύνη. Και στη συνέχεια αφού τέτοιος καταστεί, όμοιος προς το Θεό, όμοιος στην αρετή και αγιότητα ο άνθρωπος, όπως είναι και ο πλαστουργός του Θεός, να καταστεί όμοιος με το Θεό και στην αιώνια δόξα και μακαριότητα. Αγιότητα και μακαριότητα στο Θεό συνυπάρχουν και η μία είναι συνέπεια της άλλης. Έτσι και στον άνθρωπο. Κατά μίμηση στην αρετή, καθ’ ομοιότητα του Θεού στη δόξα, να συνυπάρξουν σ’ αυτόν αγιότητα και μακαριότητα, η αρετή και αγιότητα, που θα τις επιτύχει στην επίγεια ζωή. Η μακαριότητα θα υπάρχει σε αυτό το βίο σε μικρό βαθμό. Στην άλλη ζωή θα φθάσει στο τέλειο: Ο άνθρωπος άγιος και καθαρός στη γη με τον αγώνα του τον πνευματικό, θα ανυψωθεί μετά τη ζωή αυτή στη βασιλεία του Θεού την ουράνια, όπου κατά το λόγο του Κυρίου «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Ματθ. ιγ’ 43). Τούτο είναι και το «καθ’ ομοίωση». Αγιότητα και Μακαριότητα.

Και η μεν Αγία Γραφή, για να δώσει να εννοήσουμε τη φυσική απλότητα και αθωότητα των πρωτοπλάστων, εκτός από το «κατ’ εικόνα» μας λέει και το ότι οι πρωτόπλαστοι ήταν και «οἱ δύο γυμνοί, ὅ τε  Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο». Και δεν δοκίμαζαν ντροπή, παρότι ήταν γυμνοί, διότι ήταν αναμάρτητοι και αθώοι (3).

Βέβαια δεν υπήρχε στον Αδάμ «μόνιμη και απαρτισμένη η αγιότητα. Ήταν όμως η κατάσταση της αρχέγονης δικαιοσύνης του Αδάμ κατάσταση χάριτος, στην οποία ο πρωτόπλαστος δεν είχε μεν ακόμη την αγιότητα αποτετελεσμένη, ήταν όμως έκδηλα σε αυτόν τα σπέρματα της ομοίωσης προς το θείο που έφερε δυνάμει» (Π. Ν. Τρεμπέλας) (4).

Ο Παράδεισος

Όταν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο, «ἐφύτευσεν παράδεισον ἐν  Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε», λέει η Αγία Γραφή. Και πάλι· «Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γενέσ. β’ 8, 15). Αλλά τι ήταν ο Παράδεισος αυτός; Ήταν Παράδεισος τρυφής, δηλαδή απόλαυσης υλικής και πνευματικής ευφροσύνης, πάγκαλος και πάντερπνος Παράδεισος. Ο Παράδεισος ήταν κήπος, κήπος επίγειος, στον οποίο υπήρχαν όλα τα υλικά και πνευματικά αγαθά· υλικά μεν οι εξαίρετοι καρποί των απειράριθμων και ποικίλων δένδρων, για να τρώει, να ευφραίνεται και να συντηρείται από αυτά ο άνθρωπος· πνευματικά δε η παρουσία του Θεού και των αγίων του Αγγέλων, η ευωδία και χάρη της θείας παρουσίας, μέσα στην οποία ο άνθρωπος θα ζούσε τρισευτυχισμένος και από την οποία θα παρακινούταν να προχωρήσει στο «καθ’ ομοίωση». Όλα προς τα εκεί θα τον κατεύθυναν. Τοιουτοτρόπως με όλα τα μέσα, τα εσωτερικά, όπως ήταν της ψυχής τα χαρίσματα, δηλαδή το «κατ’ εικόνα», και τα εξωτερικά, όπως ήταν του παραδείσου τα αγαθά και οι πνευματικές τέρψεις και απολαύσεις, ο πανάγαθος Δημιουργός του ανθρώπου κατεύθυνε το τελειότερο των επί της γης δημιουργημάτων του, τον άνθρωπο, στην εκπλήρωση του μεγάλου και αγίου προορισμού του, στο «καθ’ ομοίωση». Όλα αυτά τα μέσα κίνητρα ήταν προς αρετή και αγιότητα. Όλα αυτά ικανά να κρατήσουν τον άνθρωπο άπτωτο, στην υπακοή του Θεού, και ανοίγοντάς του καθημερινώς και της ψυχής και του σώματος τα μάτια να βλέπει τα θεία μεγαλεία μέσα στη φύση του παραδείσου, να δέχεται τις συγκινητικές δωρεές και χάρες του Θεού και να μένει πιστός, πιστός και κατά πάντα υπάκουος και πειθαρχικός στον άγιο και πανάγιο Θεό και Πατέρα του.

Το ξύλο της γνώσεως

Μέσα στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για δύο «ξύλα», δένδρα δηλαδή, το «ξύλο της γνώσεως» και το «ξύλο της ζωής». Αυτά τα δύο ήταν φυτευμένα μέσα στον Παράδεισο. Το ξύλο της γνώσεως το λέει η Γραφή «ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν». Όταν έτρωγε κανείς από τους καρπούς του δένδρου αυτού, λάμβανε εκ πείρας πλέον γνώση ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. Λέμε, ότι εκ πείρας λάμβανε τη γνώση αυτή, γιατί ο Αδάμ θεωρητική γνώση του καλού και του κακού, είχε εκ φύσεως, ήταν έμφυτη σε αυτόν αυτή η γνώση, του ήταν φυσική. Υπήρχε και αυτή μέσα στο «κατ’ εικόνα» και αυτή κυρίως ήταν η σοφία και η σύνεσή του, το διαγνωστικό χάρισμά του. «Ὁ Ἀδάμ διαγνωστικός ἑκατέρων τούτων ἦν», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και δεν ήταν δυνατόν να μην γνωρίζει «τί μέν καλόν, τί δέ πονηρόν;». Διότι «ἐξ ἀρχῆς πλάττων ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, νόμον αὐτῷ φυσικόν ἐγκατέθηκε» και «τό συνειδός ἡμῖν διήρθρωσε καί αὐτοδίδακτον ἐποίησεν τήν γνῶσιν τῶν καλῶν καί τῶν τοιούτων· οὐ γάρ δεόμεθα μαθεῖν, ὅτι κακόν ἡ πορνεία καί καλόν ἡ σοφροσύνη, ἀλλ’ ἴσμεν ἐξ ἀρχῆς τοῦτο». Από την αρχή της δημιουργίας, όταν έπλαττε ο Θεός τον άνθρωπο, του έβαλε μέσα του νόμο φυσικό και συναρμολόγησε τη συνείδησή του και τον έκανε μόνος του να καταλαβαίνει τα καλά και τα παρόμοια. Διότι δεν είχαμε ανάγκη να μάθουμε, πως είναι κακό πράγμα η πορνεία και καλό η σωφροσύνη και εγκράτεια. Αυτά τα γνωρίζαμε από την αρχή. Γνώριζε, λοιπόν, από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του τι είναι καλό και τι είναι κακό, τι ωφέλιμο και σωτήριο και τι επιβλαβές και ολέθριο. Αλλά το γνώριζε θεωρητικώς. Είχε γνώση, δεν είχε πείρα. Έπρεπε και πρακτικά να λάβει γνώση. Έπρεπε εκ της πείρας να δοκιμάσει και από τα πράγματα να βεβαιωθεί ότι είναι πικρή η αμαρτία, ότι το κακό και η παρακοή είναι και ηθική και σωματική ζημιά και καταστροφή. Γνώριζε ο Αδάμ και προηγουμένως «ότι καλόν μεν η υπακοή, πονηρόν δε η παρακοή». Όταν όμως έφαγε από το ξύλο της γνώσεως, «ότε του ξύλου γευσάμενος εξεβλήθη του Παραδείσου καί της μακαριότητος εκείνης εξέπεσε, σαφέστερον έμαθε». Όταν έφαγε από το ξύλο της γνώσεως και διωγμένος από τον Παράδεισο έχασε την ευτυχία που είχε μέσα σε αυτόν, τότε το έμαθε καλύτερα, έλαβε πείρα του πράγματος και έγινε πρακτική η γνώση του. «Δι’ αυτής των πραγμάτων της πείρας» πόσο μακάριο ήταν η υπακοή, και ποια ολέθρια επακόλουθα είχε η παρακοή. Όπως π.χ. όταν από την πλήρη υγεία του ο άνθρωπος πέσει σε βαριά ασθένεια και τυραννιέται, τότε εκ της πείρας βλέπει και εκτιμά, τι σπουδαίο αγαθό είναι η υγεία και πόσο πρέπει να την προσέχει και να την προστατεύει. Και το ξύλο τούτο της γνώσεως δεν ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν ένα από τα πολλά δένδρα του Παραδείσου. Και δεν ήταν κακό, βλαβερό, ολέθριο το ξύλο αυτό. Δεν είχε «το ξύλον τούτο θάνατον, αλλ’ η παρακοή» που θα γινόταν, αν έτρωγε ο Αδάμ από το ξύλο αυτό, αυτή η παρακοή ήταν θανατηφόρος και θα έφερνε το θάνατο.

Το ξύλο της ζωής

Ας έλθουμε τώρα και στο ξύλο της ζωής. Αυτό το ξύλο, το δένδρο δηλαδή, φαίνεται πως μετέδιδε την αθανασία. Και τούτο επίσης φαίνεται και από την ονομασία «ξύλο ζωής», ξύλο που έχει και μεταδίδει τη ζωή, και από τους λόγους που είπε ο Θεός μετά την πτώση του Αδάμ. Να προσέξουμε, είπε, μην τυχόν και απλώσει το χέρι του ο Αδάμ και «λάβη από του ξύλου της ζωής καί φάγη καί ζήσεται εις τόν αιώνα», οπότε η δυστυχία του μετά την έξωσή του από τον παράδεισο θα γινόταν παντοτινή και ατελείωτη. Τώρα τι ακριβώς ήταν αυτό το ξύλο της ζωής, μας είναι άγνωστο. Μυστήριο το καλύπτει. Η Γραφή δεν λέγει τίποτε άλλο εκτός από αυτά που είπαμε ως τώρα, και επομένως αυθεντική ερμηνευτική γνώμη δεν έχουμε. Πάντως ήταν δένδρο και αυτό, του οποίου οι καρποί περιέκλειαν την αθανασία. Και τα μεν άλλα δένδρα του Παραδείσου ήταν για να τρέφουν και συντηρούν τον Αδάμ. Τούτο το δένδρο ήταν για να εμποδίζει το θάνατο από τον Αδάμ, να κρατά με τους καρπούς του σε διαρκή νεότητα τον Πρωτόπλαστο, να του χαρίζει την νεότητα και την αθανασία. Ο ιερός Δαμασκηνός λέει, ότι το ξύλο τούτο της ζωής είχε «τήν εκ πάντων των αισθητών εγγινομένην θειοτέραν έννοιαν καί τήν δι’ αυτών επί τήν των απάντων γενεσιουργών τε καί δημιουργόν καί αίτιον αναγωγήν». Το δένδρο τούτο της ζωής είχε σημασία και αξία επάνω από όλα τα αισθητά και γήινα πράγματα, και σημασία θεία, έδινε θεία ζωή στον άνθρωπο. Είχε ακόμη τη χάρη να οδηγεί και υψώνει τον νου του ανθρώπου σε Εκείνον, που ήταν η αιτία και ο δημιουργός όλων των όντων, δηλαδή στο Θεό, για να ευφραίνεται μαζί με το Θεό. Αλλ’ όπως είπαμε, δεν γνωρίζουμε καλά τι ήταν το ξύλο αυτό και, όπως μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ας μη έχουμε πολλή περιέργεια να εξετάζουμε τα άγνωστα.

(1) Γι’ αυτό και βάσει της Ορθοδόξου Ομολογίας του Μογίλα, εύχεται και η Εκκλησία κατά τις κηδείες για τον τεθνηκότα: «Το μεν σώμα αυτού εις τα εξ ων συνετέθη διάλυσον, την δε ψυχήν αυτού εν σκηναίς αγίων κατάταξον», αφού είναι αθάνατος. Το σώμα σε διάλυση, επειδή είναι φθαρτό. Η ψυχή σε νέα, ανώτερη ζωή, επειδή είναι άφθαρτη.
(2) Οι άγιοι Πατέρες αναφερόμενοι στη διπλή αυτή σύσταση του ανθρώπου και εξαίροντας και την αξία του κάθε συστατικού λένε· «Σεαυτόν γνώθι ός τί εί (άνθρωπε, γνώριζε ποιος είσαι), ότι διπλούς άνθρωπος καθέστηκας εκ ψυχής και σώματος συγκείμενος», διπλός άνθρωπος κατεστάθης εκ ψυχής και σώματος συγκείμενος», διπλός άνθρωπος κατέστης από τον Θεό, αποτελεούμενος από ψυχή και από σώμα, λέει  Κύριλλος Ιεροσολύμων. Ο Μέγας Αθανάσιος· «ουχ η ψυχή εστιν η αποθνήσκουσα, αλλά διά την ταύτης αναχώρησιν αποθνήσκει το σώμα». Δεν είναι η ψυχή που αποθνήσκει. Αλλ’ επειδή από το σώμα φεύγει η ψυχή, γι’ αυτό αποθνήσκει ο άνθρωπος. Υπέροχη επομένως και μόνιμη η αξία της ψυχής. Ο Γρηγόριος Θεολόγος· «ζώον έν εξ αμφοτέρων, αοράτου τε και ορατής φύσεως», δημιουργημένο από το Θεό, «παρά μεν της ύλης λαβόντος το σώμα, παρ’ εαυτού δε πνοήν ενθέντος, ό δη νοεράν ψυχήν». Ο Μ. Βασίλειος χαρακτηρίζει τον άνθρωπο «σύνθετον εκ ψυχής και σώματος», και η μεν «σαρξ από της γης» ελήφθη, η δε «ψυχή εξ ουρανού». Ο Γρηγόριος Νύσσης παρουσιάζει τον άνθρωπο «ένα όντα διά ψυχής και σώματος συνεστηκότα» και ο ιερός Χρυσόστομος· «ζώον τοιούτον και θαυμαστόν και λογικόν, εκ δύο ουσιών συνεστήσατο, την ασώματον ουσίαν της ψυχής συμπλέξας τω σώματι». Όλοι εδώ οι Πατέρες το ίδιο λένε· ότι ο άνθρωπος από τα δύο αυτά συστατικά αποτελείται, από το σώμα και την ψυχή. Και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει· Σε αυτά τα δύο ξεχώρισε ο Θεός τον άνθρωπο, στην ψυχή και στο σώμα. Και είναι, λέει, η σάρκα χωρίς λογική σχεδόν και έρημη από σύνεση και φρονιμάδα και άγεται και φέρεται (από επιθυμίες). Δεν κυβερνά το σώμα την ψυχή. Τη σοφία και τη λογική την έχει η ψυχή και η ψυχή διακρίνει τι πρέπει να κάνει και τι πρέπει να αποφύγει. Προσθέτει· «εις δύο ταύτα τον άνθρωπον διελών, ψυχήν και σώμα», λέει ότι «αλογωτέρα μεν η σαρξ και συνέσεως έρημος και των αγομένων, αλλ’ ου των αγόντων· σοφωτέρα δε η ψυχή, και το πρακτέον και το μη πρακτέον συνιδείν δυναμένη». Και ο άγιος Αυγουστίνος λέει, ότι από σώμα και ψυχή αποτελείται ο άνθρωπος, αλλά η ψυχή δεν είναι ο όλος άνθρωπος, αλλά το τελειότερο μέρος και στοιχείο του. Ούτε το σώμα είναι ο όλος άνθρωπος, εξωτερικός μεν άνθρωπος το σώμα, εσωτερικός δε άνθρωπος η ψυχή, σαν να ήταν δύο άνθρωποι, ενώ και οι δύο είναι ένας άνθρωπος. Όπως και ο Κύριος ως άνθρωπος αποτελούταν «εκ ψυχής λογικής και σώματος» κατά την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο και όπως και ο ιερός Δαμασκηνός τέλος είπε, ότι ο Θεός «εξ ορατής τε και αοράτου φύσεως δημιουργεί τον άνθρωπο, εκ γης μεν το σώμα διαπλάττων, ψυχήν δε λογικήν και νοεράν διά του οικείου εμφυσήματος δους αυτώ». Ψάλλει δε και η Εκκλησία· «Αρχή μοι και υπόστασις το πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθείς γαρ εξ αοράτου τε και ορατής με ζώον συμπήξαι φύσεως· γήθεν μου το σώμα διέπλασας, δέδωκάς δε μοι ψυχήν τη θεία σου και ζωοποιώ εμπνεύσει». Την ύπαρξη της πνευματικής ουσίας του ανθρώπου, δηλαδή της ψυχής, την αρνούνται οι Χιλιαστές. Αυτοί ισχυρίζονται και λένε, ότι η ψυχή δεν είναι πνευματική και αθάνατη, αλλά θνητή, μια ζωική δύναμη που με το θάνατο του ανθρώπου εξαφανίζεται και αυτή. Δηλαδή σαν την ψυχή των ζώων, που είναι απλώς μία δύναμη που δίνει ζωή στο ζώο. Αυτή είναι μία από τις μεγάλες πλάνες και αιρέσεις τους, σαν εκείνη που είχαν οι «θνητοψυχίτες» της παλιάς εποχής.
(3) Ο άγιος Γρηγόριος  ο Θεολόγος παριστά τον Αδάμ «γυμνόν τῇ ἁπλότητι καί τῇ ζωῇ τῇ ἀτέχνῳ» «και δίχα παντός ἐπικαλύμματος καί προβλήματος». Είχε απλή ζωή, χωρίς υποκρισίες και προβλήματα και «σκοτούρες». Ο δε άγιος Ειρηναίος εξηγώντας την αισχύνη, που δοκίμασαν κατόπιν οι πρωτόπλαστοι και έραψαν φύλλα συκιάς για να σκεπάσουν τη γύμνωσή τους, παρουσιάζει τον Αδάμ να ταλανίζει τον εαυτό του και λέει· «Ἐπειδή τήν στολήν ἐκείνην τῆς ἁγνότητος, ἥν εἶχον ἀπό τοῦ Πνεύματος ἀπέβαλον διά τῆς παρακοῆς, νῦν γινώσκω, ὅτι ἄξιός εἰμι τοιούτου ἐνδύματος», των φύλλων της συκιάς. Γενικότερα δε οι Πατέρες ερμηνεύοντας το «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωση» και εκθέτοντας την αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου παρατηρούν και λένε: Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ότι οι πρωτόπλαστοι «ἀτυράννευτον τήν διάνοιαν ἔχοντες ταῖς τῆς σαρκός ἡδοναῖς και ταῖς ἐκτύποις ἐπιθυμίαις κατά τόν Παράδεισον οἱ πρῶτοι διετέλουν ἐν ἁγίᾳ καί τρισμακαρίᾳ ζωῇ». Οι πρωτόπλαστοι μέσα στον Παράδεισο είχαν διάνοια καθαρή και ήρεμη που δεν την τυραννούσαν οι ηδονές της σάρκας και οι παράνομες επιθυμίες. Έτσι ζούσαν μια αγία, τρισμακάρια ζωή.

(4) Ο Μ. Βασίλειος μαζί με τον αδελφό του Γρηγόριο Νύσσης ρωτά· «Πῶς οὖν ζητήσομεν τό κατ’ εἰκόνα;» Και απαντούν· «Ἐν οἷς εἶπεν ὁ Κύριος· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν καί ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων… Πρῶτον οὖν ἡμῖν συνεχειροτονήθη ἡ τοῦ ἄρχειν δύναμις. Ἀρχικόν εἶ ζῷον, ἄνθρωπε». Ιδιαιτέρως δε ο Μ. Βασίλειος· «Τό μέν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἀρχή ἐστι καί ρίζα τοῦ ἀγαθοῦ, ἥν εὐθύς ἐν τῷ κτίζεσθαι συγκαταβεβλημένον τῇ φύσει αὐτοῦ ἔσχηκεν ὁ ἄνθρωπος· τό δέ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ περιγίνεται εἰς αὐτόν ἔσχατον ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ καί τῶν περί τά καλά πόνων καί τῆς πρός τήν ὅλην ζωήν ἐναρέτου διαγωγῆς». «Τό μέν κατ’ εἰκόνα, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τό νοερόν δηλοῖ καί αὐτεξούσιον, τό δέ καθ’ ὁμοίωσιν τήν τῆς ἀρετής κατά τό δυνατόν ὁμοίωσιν… Ἐποίησεν οὖν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον ἄκακον… βασιλέα τῶν ἐπί γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, πρόσκαιρον καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί νοούμενον… Ἐποίησεν αὐτόν φύσει ἀναμάρτητον καί θελήσει αὐτεξούσιον· ἀναμάρτητον δέ φημι οὐχ ὡς μή ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν· μόνον γάρ τό θεῖον ἁμαρτίας ἐστίν ἀνεπίδεκτον· ἀλλ’ οὐκ ἐν τῇ φύσει τό ἁμαρτάνειν ἔχοντα, ἐν τῇ προαιρέσει δέ μᾶλλον, ἤτοι ἐξουσίαν ἔχοντα μένειν καί προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ τῇ θείᾳ συνεργούμενον χάριτι, ὡσαύτως καί τρέπεσθαι ἐκ τοῦ καλοῦ καί ἐν τῷ κακῷ γίγνεσθαι τοῦ Θεοῦ παραχωροῦντος διά τό αὐτεξούσιον· οὐκ ἀρετή γάρ τό βίᾳ γινόμενον».

Και η εξήγηση των πατερικών λόγων. Πώς να μη συζητήσουμε το «κατ’ εικόνα» για να το καταλάβουμε; λένε οι άγιοι Βασίλειος και Γρηγόριος ο Νύσσης. Και απαντούν οι ίδιοι· Θα το συζητήσουμε με τα λόγια που είπε ο ίδιος ο Κύριος. Να κάνουμε άνθρωπο που να είναι δική μας εικόνα και ο οποίος θα γίνει όμοιός μας. αυτός θα είναι κυρίαρχος της φύσης και θα κυβερνά τα ψάρια και όλα τα πλάσματα. Επομένως πρώτα-πρώτα μας δόθηκε η δύναμη του να είμαστε άρχοντες της κτίσης και να κυριαρχούμε, κατάλαβέ το, λοιπόν, άνθρωπε. Δεν είσαι ζώο κοινό, όπως είναι όλα. Είσαι ζώο λογικό και αρχικό. Με λογική και εξουσία. Ιδιαιτέρως δε ο Μ. Βασίλειος τονίζει· Το μεν «κατ’ εικόνα Θεού» είναι η αρχή και ρίζα του αγαθού, την οποία ευθύς αμέσως, όταν κτιζόταν, βαλμένη μέσα στη φύση του από το Θεό απέκτησε ο άνθρωπος. Το δε «καθ΄ ομοίωση Θεού» γίνεται και τελειώνει σε αυτόν τελευταίο με τα έργα του και με τους κόπους και αγώνες του για την απόκτηση της ενάρετης ζωής. – Τέλος η εξήγηση των λόγων του αγίου Δαμασκηνού είναι τούτη. Το μεν «κατ’ εικόνα» σημαίνει τη λογικότητα και ελεύθερη θέληση, που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Το δε «καθ’ ομοίωση», το να ομοιωθεί, όσο είναι δυνατόν, ο άνθρωπος με το Θεό στην αρετή και αγιότητα. Διότι τον έκανε ο Θεός τον άνθρωπο άκακο, βασιλιά της γης που να αναγνωρίζει βασιλιά ψηλά στον ουρανό, τον βασιλιά Θεό, και από τον ουράνιο βασιλιά να κυβερνάται. Τον έκανε ο Θεός τον άνθρωπο επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό, που να βλέπεται με τα μάτια, αλλά και νοούμενο, που να μπορεί κανείς να τον νοήσει και να τον φαντασθεί και χωρίς να τον βλέπει… Τον έκανε κατά τη φύση να είναι αναμάρτητος και κατά τη θέληση αυτεξούσιος, να ορίζει δηλαδή τη θέλησή του και να είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Όταν δε λέω αναμάρτητο, λέει ο άγιος Πατήρ, δεν εννοώ πως δεν μπορούσε να αμαρτήσει, διότι μόνο ο Θεός δεν μπορεί να αμαρτήσει. Όταν λέω αναμάρτητο τον άνθρωπο, εννοώ, ότι δεν είχε εξ αρχής, από την ώρα που πλάσθηκε, την τάση να αμαρτάνει, δεν ήταν του φυσικού του να αμαρτάνει. Αλλ’ εννοώ, ότι είχε την εξουσία να μένει και να προοδεύει στο αγαθό με τη βοήθεια της θείας χάριτος, καθώς και να στραφεί προς το κακό και στο κακό να μένει. Και τούτο θα το επέτρεπε ο Θεός, διότι ελεύθερο τον έπλασε τον άνθρωπο. Διότι δεν είναι αρετή εκείνο που γίνεται διά της βίας και με εξαναγκασμό. Τέλος στον ομολογία του Μογίλα διαβάλουμε· «Εις τον Αδάμ ήταν η αθωότητα και η ακακία πριν αμαρτήσει κατά πάσαν τελειότητα και δικαιοσύνην έμφυτος, τόσον από το μέρος της διανοίας, όσον και από το μέρος της θελήσεως· εις την διάνοιαν περικλείεται πάσα επιστήμη και εις την θέλησιν πάσα χρηστότης και καλωσύνη». Και σε άλλο μέρος ο ίδιος· «Εις το ύστερον (τελευταίο ο Θεός) έπλασε τον άνθρωπον και τον έκαμεν αυθέντην επάνω εις όλην την κτίσιν που είναι υποκάτω του ουρανού λέγοντας· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν… τοποθετών ούτω το κατ’ εικόνα εις την επί της ορατής δημιουργίας κυριαρχίαν».

1 ΣΧΟΛΙΟ

Comments are closed.