
Ήρθε μεσ’ στο κατακαλόκαιρο
με την μοναχοθυγατέρα.
Η κυρά-Κατίνα «από τον Καραβάν»*.
Αποσκευές· μια τσάντα όλη κι όλη.
Άνοιξε: Μια εικόνα της Παναγιάς,
το λευκό φόρεμα της Δέσπως**,
μια φωτογραφία του πατέρα,
που τις περίμενε στην «Αστόρια»,
πρόδρομος στην ξενιτιά.
Κι εκείνες πέρασαν, μας αγάπησαν
τις αγαπήσαμε, και έφυγαν
— αλαφροπάτητη αξιοπρέπεια
σε φλεγόμενο καλοκαίρι —
με μάτια βαθιά, σκούρα θάλασσα
και χαμόγελο απανεμιάς λιμανιού…
Ίδιο το πρόσωπο της Κύπρος στους αιώνες:
Τυράγνια με άνοιγμα πεισματικό
στην Ελπίδα…
Έφυγαν πρόσφυγες για το μεγάλο ωκεανό.
Μας άφησαν πόνο και θάμβος παράξενο.
Α! Κι ένα μαξιλάρι με κεντημένη
τη λογχισμένη στα δυο πατρίδα.
Κόκκινο στο γαλάζιο.
Κι από κάτω γράμμασι ελληνικοίς:
«ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ».
Τριανταπέντε χρόνια τώρα
πού να ακουμπήσεις κεφάλι;
και πώς και ποιους να ξεχάσεις;
__________
Λ.
* Κεφαλοχώρι επαρχίας Κερύνειας
** Δέσπω, η μοναχοθυγατέρα της κυρά-Κατίνας
Η Δράσις μας [1], Ιούνιος-Ιούλιος 2009 [2]