π. Λεωνίδας: Η αιώνια σιωπή του – Η θεολογία του (Β΄)

0
43
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

U Αρχιμ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

Β΄

Η ΑΙΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ

–Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ-

Η μυστική, προσωπική σιωπή του, η έκφραση δηλαδή του κεκρυμμένου ταπεινού ήθους του αφενός και η κοινωνική σιωπή του, η εκδήλωση του μυστηρίου της ζωής του στις σχέσεις του, η μετάφραση του ήθους του σε ενχριστωμένη ζωή αφετέρου, αποτελούν δύο φανερώσεις μιας τρίτης ουράνιας καταστάσεως· αυτής που τώρα ζει στην πληρότητά της. Είναι η σιωπή της αιωνίου καταπαύσεώς του.

Ο π. Λεωνίδας κι όταν ζούσε έδινε την αίσθηση του αθάνατου και αιώνιου ανθρώπου. Και τώρα που δεν ζει, όπως η πτώση μας ορίζει την ζωή, διαμηνύει πως τώρα όντως ζει. Τώρα που σφραγίσθηκε το στόμα του, μετεμόρφωσε και ανέστησε τη σιωπή του. Σήμερα δεν μαζευθήκαμε να πούμε ποιος ήταν ο π. Λεωνίδας. Όλοι οι παρατατικοί, που ως τώρα χρησιμοποιήσαμε, φαίνεται πως είναι λάθος. Ο π. Λεωνίδας δεν είναι αυτός, που κάποτε …ήταν. Αλλά ήταν και είναι αυτός, που τώρα είναι.

Ο π. Λεωνίδας της αιωνιότητος είναι πιο ζωντανός από τον π. Λεωνίδα της ιστορίας. Στην Εκκλησία μας όλα νοούνται, έντονα εσχατολογικά. Είμαστε πιο πολύ αυτό, που μπορούμε να γίνουμε, παρά αυτό που τώρα είμαστε ή αυτό που τώρα κάνουμε. Η δυνατότητα είναι αυτή, που συνδέει με τη ζωή και την αλήθεια· όχι η πραγματικότητα. Το μέλλον και η προοπτική μας, όχι το παρόν. Και αυτό γιατί η βασιλεία του Θεού, το προσδοκώμενον έσχατον, είναι πιο κοντά στην αλήθεια από τον απτό και ορατό πεπτωκότα κόσμο του παρόντος.

Με τη ζωή του, ο π. Λεωνίδας διαρκώς υπενθυμίζει ότι η κλήση μας είναι ανωτέρα της καταστάσεώς μας, η ψυχή πιο ζωντανή από το σώμα, ο Θεός πιο κοντινός κι από τον εαυτό μας και το θέλημά Του πιο ταιριαστό από την αμαρτία, πιο εύκολο από την εκτροπή.

Με τη σιωπή του δείχνει πως υπερβαίνουν το χρόνο οι αιώνιες αλήθειες, το λόγο οι στεναγμοί του αγίου Πνεύματος, την ανθρώπινη αίσθηση και λογική τα μυστήρια της χάριτος του Θεού.

Ο π. Λεωνίδας είναι άνθρωπος θεολογικός. Η σχέση του με τη θεολογία δεν εξαντλήθηκε στη συγγραφή κάποιων βιβλίων. Αλλά περιγράφεται από το γεγονός ότι γέννησε και γεννά στις μέρες μας αυθεντικό θεολογικό βίωμα. Όποιος τον πλησίαζε δεν μάθαινε ούτε ευχαριστιόταν ούτε απελάμβανε την ανθρώπινη κοινωνία και σχέση κοσμικά. Όποιος τον γνώριζε ένοιωθε να γίνεται μέτοχος σε μια θεϊκή αποκάλυψη, όπου ο μυσταγωγός γέροντας μετέφερε με την παρουσία και το λόγο του –όχι τα λόγια του- την αίσθηση της παρουσίας και του Λόγου του Θεού. Αυτό που επιτελούσε εν ζωή ολοκληρώνει τώρα μετά θάνατον.

Ο θάνατός του ήταν επιστροφή και το μέλλον όχι προοπτική, αλλά νοσταλγία, γιατί ο ουρανός του ήταν πιο οικείος από τη γη και το μέλλον πιο αγαπητό απ’ όσο κοντινό του ήταν το παρόν.

Κατάφερε να μη γίνει αντιληπτός στη ζωή του. Ίσως λίγοι μόνο τον υποψιάσθηκαν. Κάποιοι κάτι αντελήφθησαν, κυρίως μετά την αναχώρησή του. Το μυστήριο όμως της ζωής του, αν και αντιληπτό, παρέμεινε αμέθεκτο στις λεπτομέρειές του.

Ο τρόπος της αναχωρήσεώς του είναι ενδεικτικός της ζωής και της σχέσεώς του μ’ αυτόν τον κόσμο.

«Αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη» (Ψαλμ. 89, 10) . Η καρδιά του, σαν να μην άντεχε να λειτουργεί στους ρυθμούς της αιώνιας και ουράνιας ψυχής του, συχνά λύγιζε την φυσική υπόστασή του και τον εγκατέλειψε χάνοντας τον δικό της ρυθμό και ομολογώντας έτσι, ότι ο άνθρωπος, που επί εβδομήντα χρόνια αδιάκοπα υπηρετούσε, δεν άντεχε ούτε μια μέρα παραπάνω από την υποχρέωση αυτής της ζωής. Στα εβδομήντα τους ακριβώς χρόνια έφυγαν εσχάτως και ο π. Παΐσιος και ο π. Ιάκωβος. Στα εβδομήντα του χρόνια επέστρεψε και ο π. Λεωνίδας. Ο πόθος των αγίων για τον ουρανό φαίνεται πως αδικεί και πληγώνει την γη…

Ήταν πάντα «μόνος μόνω Θεώ». Γι’ αυτό και οικονόμησε ο Θεός να φύγει χωρίς κανείς να παρευρίσκεται κοντά του. Το μυστήριο της υποδοχής του από τους αγγέλους και της συναντήσεώς του με τον ηγαπημένο του Κύριο δεν χρειαζόταν ανθρώπινη μαρτυρία ούτε το άντεχε ανθρώπινη ματιά.

Η ανθρώπινη αγάπη και φροντίδα τον έβαλε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολουθήσεως. Ποιος όμως μπορούσε να παρακολουθεί, και μάλιστα εντατικά, αυτόν που κανένας μας δεν κατανοούσε πνευματικά; Θύμιζε η αναχώρησή του τον ερχομό και την Ανάσταση του Κυρίου. «Λαθών ετέχθη», λαθών και ανέστη «στρατιωτών φυλασσόντων» ο Κύριος. Λαθών έζησε σ’ αυτόν τον κόσμο, λαθών και απαρατήρητος γλίστρησε στην αιώνια πατρίδα και εκλάπη υπό των αγγέλων ο π. Λεωνίδας. Στην πάλη ανθρώπων και αγγέλων είχε νικήσει ο αγγελικός κόσμος. Ο π. Λεωνίδας ήταν πλέον περισσότερο άγγελος παρά άνθρωπος…

Και όταν εκοιμήθη ψάχναμε να βρούμε κάποιες φωτογραφίες του. Ούτε μια δεν βρέθηκε καλή. Ο φθαρτός κόσμος μας δεν μπόρεσε, δεν άντεχε να αποτυπώσει καθαρά την ουράνια εικόνα του.

Η αναχώρηση του π. Λεωνίδα άφησε πίσω της θλίψη και πόνο· το κλάμα και το θρήνο του Αδάμ μόλις έχασε τον παράδεισο και ένοιωσε την εξορία του. Κάθε άγιος είναι μια επαλήθευση του Θεού, παραδείσια ανάσα μέσα στο βασίλειο του πτωτικού μας κόσμου. Η αναχώρησή του επαναλαμβάνει την αίσθηση του χαμένου παραδείσου, επαναφέρει την ανυπόφορη βίωση της πτωχείας μας, σκορπίζει την οδύνη της συνειδητοποιήσεως της πτώσεώς μας. Όταν πεθαίνουν και οι αθάνατοι, όταν φεύγουν και οι άγιοι, όταν δεν προλαβαίνουμε ούτε την αναχώρηση αυτών που δεν καταλάβαμε την ζωή, αλλά υποψιασθήκαμε το μεγαλείο, τότε τι και για ποιους είναι αυτός ο κόσμος;

Μας χάρισε όμως και την κληρονομιά του παραδείγματός του. Όταν και οι θνητοί ζουν σαν αθάνατοι και οι πεπτωκότες σαν άγιοι, όταν και οι φθαρτοί μέσα από τη διάλεκτο της «νοητής σιγής» τους απολαμβάνουν «νοερών επαφών» (Αγ. Γρηγορίου Παλαμά Ομιλία ΝΓ΄ Εις την προς τα Άγια των Αγίων Είσοδον και τον εν αυτοίς θεοειδή βίον της Πανυπεράγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, 59 και 62) και ψηλαφούν τα απρόσιτα μυστήρια του Θεού, όταν και οι χοϊκοί ξεπερνούν τη γη και λειτουργούν στον ουρανό, όταν και οι χρονικοί μετασχηματίζουν τον χρόνο σε υπέρχρονο αιωνιότητα, τη λογική σε υπέρλογο χάρη, την πτώση σε υπέρ φύσιν κατάσταση, τότε ο χωρισμός είναι συνάντηση και η αναχώρηση επιστροφή και λύτρωση, τότε ο θάνατος έχει μεν στην όψη του τη σφραγίδα του πόνου, του κενού και της «σκυθρωπότητος» των μαθητών της Εμμαούς, το περιεχόμενό του όμως ξεχειλίζει από την πλημμυρίδα της βαθιάς μυστικής χαράς της Αναστάσεως και των επαγγελιών της Αναλήψεως. Όταν ο Κύριος ανελήφθη, οι μαθητές Του «υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης».

Ζήσαμε την ευλογία της παρουσίας του, τότε που το σώμα μας μόλις διέκρινε το «έσοπτρον», το «αίνιγμά» του, το είδωλο, την απαλότητα της αγγελικής παρουσίας του. Τώρα, που αυτός αντικρίζει «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12) τον Κύριο, είναι πιο ζωντανός· μας είναι πιο κοντά μας· τον βλέπει, τον αισθάνεται, τον νοιώθει η ψυχή μας· τώρα μπορούμε να καταλάβουμε ποιος ήταν· τώρα αποκαλύπτεται το πρόσωπό του. Προσπαθεί να πει η γλώσσα μας μιαν ευχή· «ο Θεός να τον αναπαύσει», αλλά η καρδιά μας οδηγείται σε μια προσευχή· «Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών». Αμήν!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ