Μία δια Χριστόν ιδιοφυία

0
403
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (1 ψήφοι, μέσος όρος: 5.00 από 5)
Loading...

Ο Blaise Pascal ήταν μαθηματικός, φυσικός, συγγραφέας και φιλόσοφος. Γεννήθηκε το 1623 στο Clermont της Γαλλίας. Από μικρός εμφάνισε δείγματα ιδιαίτερης ευφυίας και εφευρετικότητας, τα οποία αντιλήφθηκε γρήγορα ο πατέρας του, με αποτέλεσμα να αναλάβει αποκλειστικά ο ίδιος τη μόρφωσή του. Από τα τρία του, μόλις, χρόνια ο Pascal έμεινε χωρίς μητέρα, ενώ από την ηλικία των 12 μέχρι των 30 περίπου ετών έκανε πολύ σημαντικές ανακαλύψεις στον χώρο των μαθηματικών και της φυσικής.

Το αξιοθαύμαστο φαινόμενο «Pascal» δεν περιορίζεται στον χώρο των μαθηματικών και της φυσικής. Ο Pascal αποτελεί πρότυπο για κάθε χριστιανό επιστήμονα της εποχής μας. Διέθετε κάποιες αρετές που σε συνδυασμό με τα υψηλά διανοητικά προσόντα του απέδιδαν καρπούς, όχι μόνο σε επιστημονικό, αλλά κυρίως σε πνευματικό επίπεδο. Παρακάτω θα διαπιστώσουμε το πνευματικό μεγαλείο ενός από τους μεγαλύτερους επιστήμονες του 17ου αιώνα μέσα από τα λόγια της αδερφής του, Gilberte Perier, που τον ζούσε καθημερινά.

Αρχικά, ο Pascal είχε επιβάλει στον εαυτό του διάφορους κανόνες, ώστε να μην παρασύρεται από τη ματαιοδοξία και τη φιλαργυρία. Χαρακτηριστικό είναι πως φορούσε μία σιδερένια ζώνη γεμάτη ακίδες, ώστε κάθε φορά που είχε λογισμούς ματαιοδοξίας να δίνει αγκωνιές στον εαυτό του, για να διπλασιάσει τον πόνο των ακίδων, με συνέπεια να θυμάται το καθήκον του. Επιπλέον, ο ίδιος ήταν θεληματικά φτωχός και λιτός στη ζωή του. Πίστευε πως έπρεπε να απαρνείται κάθε τι περιττό που θα μπορούσε να είναι εμπόδιο για την απονέκρωση των παθών του. Αναφέρει η αδερφή του: «ένα από τα πράγματα για τα οποία ανέκρινε περισσότερο τον εαυτό του κάτω από το πρίσμα αυτής της αρχής ήταν εκείνη η τάση να επιθυμούμε να υπερέχουμε σε όλα». Ο ίδιος έλεγε πως «η συναναστροφή με φτωχούς είναι εξαιρετικά ωφέλιμη, διότι βλέποντας κανείς τη δυστυχία συνεχώς να τους καταπιέζει και να στερούνται συχνά τα πιο απαραίτητα θα πρέπει να είναι πολύ σκληρός, για να μην απαλλαγεί θεληματικά από ανώφελες και περιττές ανέσεις». Τόνιζε, μάλιστα, πως το να κατανοήσει κανείς (κυρίως μέσα από το Ευαγγέλιο) τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν αυτά τα πάθη (της φιλαργυρίας και της ματαιοδοξίας) πάνω στην ψυχή μας, θα μας οδηγούσε στο να στερηθούμε τα πάντα και να τα δώσουμε εκατό φορές!

Είναι γεγονός ότι αυτός ο τόσο γνωστός για τις ανακαλύψεις του και τη μεγαλοφυία του επιστήμονας ήταν ταπεινός. Δε μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του και απέφευγε να αυτοπροβάλλεται, κάτι που εφάρμοζε ακόμα και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε ή μάλλον που… δε χρησιμοποιούσε καθώς προσπαθούσε να μη λέει «εγώ» ή «εμένα». «Ήταν ασφαλώς στραμμένος στα υψηλά, αλλά χωρίς φιλοδοξία και δεν επιθυμούσε να θεωρείται μεγάλος ή ισχυρός, ούτε να τον τιμά ο κόσμος. Όλα αυτά μάλιστα θεωρούσε πως έχουν πιο πολλή ευτέλεια παρά ευτυχία μέσα τους», κατά την Perier. Είχε πει και ο ίδιος, βέβαια, πως «αν είχα καρδιά τόσο φτωχή όσο το μυαλό, θα ήμουν ευτυχισμένος» και, ακόμη, ότι η χριστιανική ευσέβεια εκμηδενίζει το ανθρώπινο «εγώ», ενώ η ανθρώπινη ευγένεια το κρύβει και το περιορίζει.

Πηγή αυτών των αρετών του ήταν, αδιαμφισβήτητα, η αληθινά χριστιανική ζωή του. Κεντρικά σημεία της ζωής του ήταν η προσευχή, η ομολογία και η καρτερικότητά του απέναντι στον θάνατο. Αναφερόμενη στη σχέση του με την προσευχή η αδερφή του λέει πως «ήταν στο κέντρο της καρδιάς του» και σε αυτή έβρισκε χαρά και ανάπαυση μέχρι και τον θάνατό του. Επίσης, ήταν γνωστός ομολογητής χριστιανός, κάτι που φαίνεται από τις μαρτυρίες αρκετών πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι τον επισκέπτονταν στην απομόνωσή του, για να τον συμβουλευτούν για θέματα πίστης. Οι ίδιοι έφευγαν πάντα πολύ χαρούμενοι και επισημαίνουν πως στις δικές του εξηγήσεις και συμβουλές οφείλουν κάθε καλό που έκαναν. Ακόμη, πήγαινε κόντρα στους ορθολογιστές της εποχής του θεωρώντας πως είναι εγκλωβισμένοι μέσα στη λαθεμένη αρχή ότι η ανθρώπινη λογική είναι πάνω απ’ όλα, κάτι που τους εμπόδιζε να κατανοήσουν τι σημαίνει πίστη. Απερίφραστα, μάλιστα, έλεγε πως «χωρίς τον Χριστό ο άνθρωπος θα βρίσκεται αναγκαστικά βυθισμένος μέσα στα πάθη και τη δυστυχία. Σ’ Αυτόν βρίσκεται όλη μας η ευτυχία, η αρετή μας, η ζωή μας, το φως μας, η ελπίδα μας. Μακριά απ’ Αυτόν υπάρχουν μόνο πάθη, δυστυχία, απελπισία και δεν έχουμε παρά μόνο σκοτάδι και σύγχυση για τη φύση του Θεού και τη φύση τη δική μας».

Όμως, το πιο συγκλονιστικό ήταν η αντιμετώπιση της επώδυνης ασθένειάς του. Λόγω της κόπωσης και ασταθούς υγείας του ήταν σε συνεχή αδιαθεσία και λέγεται ότι από τα δεκαοκτώ του χρόνια δεν πέρασε μέρα χωρίς πόνο. Στα εικοσιτέσσερά του χρόνια η ασθένειά του επιδεινώθηκε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να πιει κανένα υγρό, παρά μόνο ζεστό -και αυτό προσεκτικά. Επίσης, είχε δυνατούς πονοκεφάλους και στομαχικές διαταραχές καθώς και άλλους πόνους. Ο ίδιος, όμως, είχε ωριμάσει μέσα από την χριστιανική του ζωή και η αδερφή του αναφέρει πως όλα αυτά τα έβλεπε ως μεγάλο προσωπικό κέρδος και ως μέσα τελειοποίησής του. Πίστευε ότι μέσω της υπομονής του κάνει θυσία μετανοίας, ενώ συνήθιζε να λέει πως ο χριστιανός πρέπει να βρίσκει ωφέλεια σε όλα, ακόμα και στις θλίψεις, καθώς έτσι καταλαβαίνει τον σταυρωμένο Χριστό. Τέλος, παρακολουθούσε την εξασθένησή του με μια παράδοξη και επιφανειακά «παράλογη» χαρά, ενώ μίλαγε συνέχεια για τον Χριστό και τόνιζε πως ο θάνατος είναι φρικτός χωρίς Αυτόν, αλλά μέσα σε Αυτόν είναι αγαπητός, είναι η χαρά του πιστού.

Ο Pascal, λοιπόν, αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα πρότυπα του χριστιανού επιστήμονα. Είναι οδηγός για τον επιστήμονα που θέλει να συνυπάρχουν αρμονικά πίστη και επιστήμη και ο συνδυασμός τους να καρποφορεί πραγματικά, αλλά και απόδειξη πως η ταπεινότητα, η λιτότητα και η χριστιανική ζωή είναι απολύτως εφικτές για κάθε άνθρωπο που θα το ποθήσει.

«Αυτό το τόσο μεγάλο πνεύμα, το τόσο ευρύ από επιστημονικές αναζητήσεις, που έψαχνε με τόση επιμέλεια την αρχή και την αιτία των πάντων, αποφάσισε να μην κάνει πλέον άλλη μελέτη παρά μόνο της θρησκείας. Έβαλε όλη τη δύναμη του πνεύματός του, για να γνωρίσει και να ζήσει την τελειότητα της χριστιανικής ηθικής».

Α.Α.
φοιτητής ΕΚΠΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ