Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος (+ 1995) – Α΄

0
66
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Στα δέκα χρόνια της εκδημίας του

V Αρχιμ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΤΟΥ

(Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου.

Το κείμενο έχει παρθεί από τα τεύχη 362-363 του περιοδικού «Η Δράσις μας».)

Στις 15 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του μακαριστού ανθρώπου του Θεού, πατρός Λεωνίδα Διαμαντόπουλου. Όσοι ευεργετήθηκαν – κι ήταν ανυπολόγιστα πολλοί – από την επί γης πολιτεία του, που υπήρξε πραγματικά μια μυστική σταδιοδρομία, έζησαν κοντά του τη δύναμη της αγάπης του Χριστού και στις δυο της κατευθύνσεις, προς το Θεό και προς τον άνθρωπο, μέσα στην πιο εντυπωσιακή ζώσα σιωπή. Και βεβαιώθηκαν ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός έχει και στη δική μας γενιά αυτούς που ανταναπληρώνουν τα υστερήματα των θλίψεων Του και μας ανοίγουν το δρόμο, προβάλλοντας το γενναίο τους στήθος, το δρόμο για τη μετοχή στο μυστήριο της κρυμμένης Του ζωής και στη δόξα Του.

Ο μακαριστός π. Λεωνίδας κράτησε μέχρι τέλους την πιστότητά του στον Κύριο και Εκείνος τη δική Του απέναντί του. Η μνήμη του είναι παρουσία.

Το κείμενο, που ακολουθεί, είναι η ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου στη σύναξη που έγινε επί τη συμπληρώσει ενός έτους από της εκδημίας του αειμνήστου πατρός Λεωνίδα, στις 26 Νοεμβρίου 1996. Το κείμενο αυτό αποτελεί πολύτιμη συμβολή «στην ανατομία του μυστηρίου της σιωπής» του πατρός Λεωνίδα, απάυγασμα γνώσεως και ιχνηλασία ιερής αγάπης.

Α΄

Η αποψινή σύναξη γίνεται κατά το πρότυπο των παλαιών συναξαριακών συναθροίσεων. Αποτελεί μια προσπάθεια να αποτυπώσουμε το «συναξάρι» και να συνθέσουμε τον ύμνο ενός ανθρώπου, που στην αίσθηση και τη συνείδηση όλων μας πέρασε ως άγιος και φανέρωσε τον Θεόν ζώντα. Ο π. Λεωνίδας μάς έδειξε τον Θεό με τη ζωή του, μας τον δίδαξε με το λόγο του, μας τον κήρυξε με τη σιωπή του.

Η σιωπή του δεν ήταν ένα απλό ιδίωμα του χαρακτήρα του, αλλά αποτελούσε μυστήριο της χάριτος του Θεού και πνευματική σφραγίδα του προσώπου του. Η σχέση του μ’ αυτόν τον κόσμο της φύσεως, της φθοράς και της προσωρινότητος ήταν σχέση απλής επαφής, ένα απαλό άγγιγμα· το άγγιμα του αναγκαίου. Ενώ η σχέση του με τον άλλον, τον κόσμο του ουρανού, της αιωνιότητος και του Θεού, ήταν συγγένεια· συγγένεια ουσιαστικής περιχωρήσεως. Είχε τη σεμνότητα του λίγου στον κόσμο των αισθήσεων και τη βαρύτητα του απολύτου και του όλου στο χώρο του Θεού και της χάριτος. Συνεσταλμένος σ’ αυτή τη ζωή, διαρκώς λειτουργούσε στο πνεύμα και την ατμόσφαιρα της άλλης, της αιώνιας. Μόνιμα κυνηγούσε την ησυχία, την αφάνεια, το κρύψιμο, τη σιωπή. Η σιωπή του ήταν συστολή και των λόγων, και των αισθήσεων και της φύσεώς του· ολόκληρης της υποστάσεώς του. Γι’ αυτό και η προσέγγιση στο μυστήριο της χαριτώσεώς του είναι τόσο δύσκολη. Έχει περισσότερο το χαρακτήρα του αιώνιου κεκρυμμένου μυστηρίου, παρά τη μορφή του περιγραπτού και φαινομένου. Έτσι διατρέχουμε τον κίνδυνο προσπαθώντας να πούμε λίγα, τελικά να πούμε τίποτε ή άλλο από την αλήθεια. Ήταν τέτοια η σιωπή του, ώστε και όσοι ενεπνέοντο από τη βιοτή του, να μην μπορούν να εκφρασθούν γι’ αυτόν με το λόγο παρά μόνο με τα δάκρυα και τη δική της σιωπή. Ο π. Λεωνίδας είναι αποφατικός άγιος· σιωπηρώς περιγράφεται και μυστικώς βιούται.

Αυτή η σιωπή του γινόταν αισθητή και ως μυστικό. Προσωπικό του βίωμα και ως όρος κοινωνίας με τους ανθρώπους και τον κόσμο, γίνεται όμως και τώρα αισθητή ως θεολογία και διαχρονική παρουσία στην Εκκλησία του Χριστού.

Η μυστική σιωπή του – Το ήθος του

Η σιωπή κατά τους Πατέρες της ησυχίας και τη μυστικής θεωρίας αποκαλείται άλλοτε μεν «γλώσσα των αγγέλων» και άλλοτε «μυστήριο του μέλλοντος αιώνος»(Ισαάκ Σύρου, Ασκητικά, Επιστολή Γ΄, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, σελ. 365). Η σιωπή του π. Λεωνίδα ανέδυε την αίσθηση ότι είναι συνόμιλος των αγγέλων και άνθρωπος του ουρανού και του μέλλοντος αιώνος. Είχε φρόνημα ουράνιου ανθρώπου και ζωή επίγειου αγγέλου.

Η σιωπή του έπειθε για την ταπείνωσή του ενώπιον του Θεού, για τη συνέπεια της ασκήσεως και του αγώνος κατά του εαυτού του, για τη σοβαρότητα και το βάθος της πίστεώς του, για τον ανέκφραστο πλούτο και το αδιάλειπτον της θεολογικής προσευχής του, για την ησυχία και εσωτερική ελευθερία της ευγενικής ψυχής του.

Ο π. Λεωνίδας εθεωρείτο θεολόγος και ιεροκήρυξ. Αποστολή του ήταν η διακονία του θείου λόγου. Δεν ήταν όμως θεολόγος των λόγων, αλλά θεολόγος του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και ό,τι βγήκε από το στόμα του αγίασε και ετίμησε τις λέξεις, τις φράσεις και το λόγο. Μέσα από τη λιτότητα του πυκνού και μεστού λόγου του ανεδύετο το μυστήριο της σιωπής του, όπως μέσα από το μεγαλείο της μυστικής ζωής του ανέβλυζε η χάρις της ταπεινώσεως και το άρωμα της εσωτερικής ησυχίας του.

Ηγείτο μιας κατ’ εξοχήν ιεραποστολικής προσπάθειας, που χαρακτηρίζεται ως «κίνηση», «έργο», «δράση» και μη έχοντας καμμία σχέση με ανησυχίες, σχέδια, αγωνιώδεις προγραμματισμούς, καθοριστικές αποφάσεις και ακτιβισμούς, ζούσε στην κατάσταση της ησυχίας, του αμέριμνου βίου και της εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού, πείθοντας έτσι ότι η Ορθόδοξη Ιεραποστολική αδελφότητα «ο Σωτήρ», το εργαστήρι της αγιότητός του, που άλλοι ειρωνικά αποκαλούσαν «καταφύγιο των ιδεών», αποτελούσε στις στείρες μέρες μας ταπεινό κρησφύγετο τωναξιών και αγιοτόκον όρος της μυστικής μεταμορφώσεώς του.

Μπόλιασε τη χάρη της ιεραποστολικής αποστολής του και της ακάματης διακονίας το με το φρόνημα της σιωπής και της ησυχίας. Μετέβαλε τον κόσμο σε κελί και χώρο μυστικής καταστάσεως. Και τούτο, διότι είχε μεταμορφώσει την καρδιά του σε καθέδρα αγγέλων και τόπο θεϊκής αναπαύσεως.

Η ζωή του μετέφερε μηνύματα μιας άλλης ζωής και της άλλης ζωής· ενός άλλου, δηλαδή, φρονήματος ζωής και της αιώνιας ζωής. Ήταν διαρκώς εκστατικός – σε μια κατάσταση, όχι απλά έξω από τον εαυτό του, αλλά χωρίς τον εαυτό του. Και υπερβατικός – όχι ανθρώπινος, αλλά ουράνιος. Δεν ζούσε την φύση του, αλλά την κλήση του. «Το παρά φύσιν διέφυγε, το κατά φύσιν διέσωσε και των υπέρ φύσιν ηξίωνται χαρισμάτων»(Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ασματική Ακολουθία των Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών των εν των Αγιωνύμω Όρει του Άθω Διαλαμψάντων, Δοξαστικόν Αίνων, εκδ. Μοναστικής Αδελφότητος Δανιηλέων, 1986, σελ. 62).

Ενώ όλοι ζούμε σ’ έναν κόσμο που δεν τον εννοο΄θμε χωρίς τον εαυτό μας, ο π. Λεωνίδας έδειχνε να λειτουργεί σ’ έναν κόσμο που, ενώ χωρούσαν όλοι, δεν είχε θέση, δεν ήταν αναγκαίος ο ίδιος, σαν να μην υπήρχε, σαν ποτέ να μην υπήρξε. Κι ενώ σε όλους εμάς, που μόλις υποψιαζόμασταν το μεγαλείο του, κυριαρχούσε ο ανομολόγητος θαυμασμός για το θαύμα της ζωής του, αυτός ταπεινά, το ίδιο ανυποψίαστος, λειτουργούσε και αναπαυόταν στην ωριμότητα της μακαρίας ανυπαρξίας του. Δεν ήταν κρυμμένος· ήταν πεθαμένος. Είχε αγκαλιάσει τη ζωή του θανάτου. Πριν τον προλάβει ο θάνατος, τον πρόλαβε αυτός. Είχε πεθάνει πριν πεθάνει.

Ο π. Λεωνίδας ήταν πάνω από γεγονότα, μορφές, τύπους, σχήματα, έξω από τον κόσμο, κάτω από κάθε άνθρωπο, «υποκάτω πάσης της κτίσεως». Γι’ αυτό και ήταν όλος μέσα στη χάρη του Θεού.

Όταν σε κάποιο νέο, που επρόκειτο να περάσει από δύσκολη ζωή και δοκιμασίες, κάποιος του ευχήθηκε «να μείνει του Χριστού», ο π. Λεωνίδας γύρισε και του είπε: «να γίνεις του Χριστού». Το ήθος του απέπνεε το πατερικό φρόνημα ότι «πάντες σώζονται, εγώ δε απόλλυμαι» (Γεροντικόν, Εκ του βίου του Μεγάλου Αντωνίου). Το φρόνημα του φτασμένου χριστιανού, του επαναπαυμένου και εφησυχασμένου πιστού, ουδέποτε φάνηκε να συγκινεί την αγωνιστική ψυχή του.

Η κοινωνική σιωπή του – Η ζωή του

Αυτή η μυστική προσωπική του σιωπή μετεφέρετο και στις σχέσεις του με τους ανθρώπους ως κοινωνική σιωπή.

Ο π. Λεωνίδας περνούσε ώρες ατέλειωτες στο εξομολογητήρι συγχωρώντας, νουθετώντας, παρηγορώντας, αγαπώντας, προσευχόμενος, μυσταγωγώντας και ιερουργώντας το μυστήριο της βασιλείας του Θεού στα θυσιαστήρια των ψυχών. Και ενώ περνούσε τόσες ώρες με το ρύπο των αμαρτωλών και τον περισπασμό, τον κόπο και τη μιζέρια της πτώσεως, μετέφερε την αίσθηση ότι τίποτε και για καμιά στιγμή δεν μπορούσε να διακόψει την ατμόσφαιρα της αδιάλειπτης παρεδρίας του ενώπιον του Θεού. Μέσα στο κέντρο της Αθήνας, αδιάκοπα περιστοιχιζόμενος από ανθρώπους, διαρκώς προκαλούμενος από προβλήματα, ζούσε την αγία μοναξιά του «μόνος μόνω Θεώ». Ο Θεός τον είχε στείλει στην έρημο των ψυχών να ζήσει την κατά χάριν ησυχία του.

Πρόσφερε το σώμα της υλικής του υποστάσεως «κλώμενον» στους άλλους και το αίμα της μυστικής χάριτός του «εκχυόμενον» στους αδελφούς και τα τέκνα του. Οι άλλοι δεν ήταν… άλλοι γι’ αυτόν. Αποτελούσαν τους αδελφούς του Χριστού, αυθεντικές εικόνες του Θεού.

Η αγάπη του δεν ήταν ανάγκη δική του, αλλά έκφραση της προσωπικής του ελευθερίας. Την ελευθερία του από τα πάθη του, αλλά και την ελευθερία του από τα πάθη σου. Συμπεριεφέρετο χωρίς θέλημα, χωρίς ανάγκες, χωρίς δικαίωμα. Αλλά και εσέβετο την ελευθερία σου, την ιδιορρυθμία σου, ακόμη και την αμαρτία σου. Σου επέτρεπε να είσαι διαφορετικός, σου ανεγνώριζε το δικαίωμα να διαφωνείς, σου συγχωρούσε τη δυνατότητα να αμαρτάνεις!

Κοντά του αισθανόσουν όμως και τη δική σου ελευθερία. Απεφάσιζες εύκολα αυτό που σε δυσκόλευε. Άνοιγες χωρίς δυσκολίας τις κλειστές σου πόρτες. Τολμούσες αυτά που ως τότε φοβόσουν. Μπορούσες αυτά που υπαγόρευε η συνείδησή σου. Καταλάβαινες τα πάθη σου και δεν απογοητευόσουν. Έβλεπες την ασθένειά σου και δεν απελπιζόσουν. Ο φόβος του Θεού έδενε αρμονικά με την αίσθηση της φιλανθρωπίας και της αγάπης Του. Ο Θεός γινόταν πιο αληθινός από την ανθρώπινη φύση σου. Πιο κοντινός κι απ’ τη δική του παρουσία· αυτός είχε ήδη από την αρχή διακριτικά εξαφανισθεί. Η ιερουργία στην ψυχή σου επετελείτο χωρίς ο ίδιος να φαίνεται. Μυσταγωγούσε δίχως ίσως και να το υποψιάζεσαι. Αυτά ήταν τα δώρα της ελευθερίας του και ο καρπός της αγάπης του. Αυτή ήταν η σιωπή της κοινωνίας του.

Πάντα τον ένιωθες σε απόσταση· όχι απόσταση αγάπης, αλλά απόσταση καταστάσεως. Και όμως, ήταν τόσο ανθρώπινος συνάμα, που δεν ήθελες, δεν άντεχες να του κρύψεις τίποτα. Προτιμούσες να ξέρει την πτώση σου, παρά να ξεγελιέται από την ποιότητά σου. Να ψηλαφά τα κρύφια και μυστικά σου, παρά να αγνοεί την ταυτότητά σου.

Δεν έλεγε, δεν έκανε. Ήταν· και γι’ αυτό είναι. Και γι’ αυτό είναι. Και όταν έλεγε, δεν άνοιγε απλά το στόμα του. Ούτε όταν ενεργούσε κουνούσε τα χέρια του. Μιλούσε πιο πολύ με τα δακρυσμένα μάτια και την όλη ζωή του παρά με τη γλώσσα και το στόμα του. Έπειθε χωρίς επιχειρήματα, ενέπνεε δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια πειθούς. Η ποιμαντική του δεν είχε τον ορθολογισμό του επιχειρήματος ούτε το θέλημα και τον εγωισμό της συμβουλής ούτε τη φόρτιση της πειστικότητος. Ο λόγος του ήταν σιωπή, κεκρυμμένος, η δε σιωπή του βροντερός λόγος. Δε μιλούσε πολύ στα αυτιά, μετάγγιζε όμως θεϊκά μηνύματα στην καρδιά. Όταν μιλούσε έλεγε πιο πολλά με όσα δεν έλεγε από όσα μεγάλα έλεγε.

Χωρίς να περιορίζεται σε συνταγολογία συγκεκριμένων ενεργειών, όντας όμως ταυτόχρονα και ιδιαίτερα σαφής, χάριζε στις ψυχές που τον πλησίαζαν την ισορροπία της ειρήνης και το πάθος και τη δύναμη των ιερών επιθυμιών. Δε σκόρπιζε γνώσεις, ούτε λύσεις, ούτε ιδέες. Ούτε πάλι έφτιαχνε τον άνθρωπο μέσα από εύστοχες συστάσεις ή σωστούς χειρισμούς. Αλλά προσφέροντας τη μυσταγωγία του αγίου του φρονήματος, γεννούσε βιώματα και προκαλούσε αποφάσεις. Δίπλα του αισθανόσουν το άγγιγμα του άλλου κόσμου και ένιωθες την προσωρινότητα, το λίγο και την ανεπάρκεια του παρόντος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ