70 χρόνια μετά το 1940…

5
53
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Χρόνια τώρα, κάθε πού μπαίνει ο Οκτώβρης, στοχάζομαι τι να σημαίνει αλήθεια εκείνο το θαύμα του έθνους μας για τις επερχόμενες γενιές. Τι βαθύτερο κληροδότησε σαν παρακαταθήκη σ’ όλους εμάς 70 χρόνια μετά;

Ελάχιστοι οι επιζώντες σήμερα ήρωες της γενιάς κείνης. Τα χρόνια αυλάκωσαν βαθιά τα πρόσωπά τους! Κύρτωσαν το ρωμαλέο νεανικό παράστημά τους, χωρίς ωστόσο και να ξεθωριάσουν τις μνήμες και τις εμπειρίες της εποποιίας πού γέννησαν και έζησαν. Στα γερασμένα θολά τους μάτια σπιθίζει κάθε τέτοια εποχή η έξαρση του τότε. Νιώθω το βλέμμα τους να βουτά νοσταλγικά στις μεγάλες ώρες κείνης της εποχής. Τη μνήμη τους να ανασκαλεύει περιστατικά και να εξιστορεί διηγήσεις. Υπέροχες περιγραφές του τότε. Συγκινητικές διηγήσεις για περασμένα μεγαλεία που διηγώντας τα, δεν ξέρουν νομίζω ούτε εκείνοι, ούτε κι εμείς γιατί πρέπει αλήθεια να κλαίμε. Για το μεγάλο θαύμα της γενιάς τους ή για την ανακόλουθη ασυνέχεια των επερχόμενων γενεών.

Πολλά άλλαξαν μέσα σε 70 χρόνια!

Μέχρι και οι κλιματολογικές συνθήκες μετέτρεψαν τον παγερό χιονισμένο Οκτώβρη που γέμιζε με κρυοπαγήματα τους ήρωες της Πίνδου, στο μήνα που σου προσφέρει τις τελευταίες ευκαιρίες της χαράς ενός παρατεταμένου πλέον καλοκαιριού. Η εθνική αργία της θυσίας και της προσφοράς τους αποτιμάται περισσότερο αν τύχει και πέσει Παρασκευή ή Δευτέρα, χαρίζοντάς μας ένα τριήμερο φυγής απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Οι παρελάσεις στη μνήμη τους πολεμήθηκαν και υποβιβάζονται συστηματικά ως μιλιταριστικές εκδηλώσεις χωρίς κανένα νόημα.

Τα εγγόνια και τα δισέγγονα των ηρώων πού πέθαιναν για τα μεγάλα ιδανικά της φυλής μας δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα για τη θυσία και το πνεύμα των παππούδων τους.

Οι επετειακοί λόγοι που κάποτε διακόπτονταν από έναν κόμπο ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης που έπνιγε τον λαιμό, έγιναν «ξύλινοι», βερμπαλιστικοί, που δεν αγγίζουν ούτε αυτούς που τους εκφωνούν.

Όχι! Δεν είναι πεσιμιστική και απογοητευτική η ματιά μας που διαγράφει ισοπεδωτικά τα πάντα.

Είναι ο ρεαλισμός και η κατάθεση της αλήθειας που μας πονάει, και θέλουμε να την απωθήσουμε σαν ψέμα και υπερβολή.

Όμως ούτε να εθελοτυφλούμε ωφελεί, ούτε όμως και να παραδοθούμε σε μελαγχολία βοηθά.

Χρειάζεται αυτοκριτική. Βαθύς στοχασμός. Πώς φθάσαμε έως εδώ; και ταυτόχρονα ριζική επιστροφή στα ιδανικά και τις αξίες που πτέρωσαν τη γενιά του ’40, χαρίζοντάς τους τη δυνατότητα να επιτελέσουν πράξεις αξεπέραστες.

*  *  *

«Οι βάρβαροι δεν θα εισβάλουν πλέον από τα σύνορα. Θα μπουν από την τηλεόραση στα παιδικά δωμάτια» [1] έγραφε πριν από 25 περίπου χρόνια κάποιος ποιητής. Και μπήκαν. Εισέβαλαν και άλωσαν τις ψυχές, τα ιδανικά και τα πιστεύω των παιδιών. Των παιδιών που έγιναν κατόπιν άνδρες και πήραν στα χέρια τους τα σκήπτρα της εξουσίας και της διαχείρισης των κοινών, όντας αλωμένοι. Ξεκομμένοι απ’ το ιστορικό παρελθόν τους, απ’ τα ιδανικά και την πίστη των προγενεστέρων τους. Η γενιά μας! υπέρμετρα εγωπαθής. Ξεχύθηκε αλόγιστα στο κυνήγι του άκρατου ευδαιμονισμού, μετατρέποντας με το παράδειγμά της και με το δήθεν όραμά της έναν ολόκληρο λαό σε άψυχη μάζα υλικών διεκδικήσεων.

Πρότυπά της κενοί αστέρες της δημόσιας ζωής με σκανδαλώδη βίο και εφήμερη δόξα. Όραμά της, η «αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος» που εξασφαλίζει τη μόνη ηδονή της κατανάλωσης και της απόκτησης μόνο υλικών αγαθών. Επιδίωξή της το «φάγωμεν, πίωμεν» σαν μια ενστικτώδης προσπάθεια να καλυφθεί το εσωτερικό κενό της. Έμβλημά της το «εγώ» και το «θέλω», που το απαιτεί με κάθε τρόπο «εδώ και τώρα».

*  *  *

Οκτώβρης ήταν και τότε. Οκτώβρης του 1838 στην Πνύκα. Τότε, που ο μεγάλος αγωνιστής του ’21, ο ήρωας κι ο πρωτεργάτης ενός άλλου μεγάλου εθνικού θαύματος, στάθηκε απέναντι στους νέους της εποχής και με νεανική θέρμη τους παρέδωσε τη σκυτάλη του δικού του μεγαλείου.

«Παιδιά μου, τους είπε, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε (…). Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γίνει σκεπάρνι διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει και το καλό της κοινότητας, μέσα σ’ αυτό βρίσκεται και το δικό σας (…). Εις σας μένει να ισιάσετε και να στολίσετε τον τόπο που εμείς ελευθερώσαμε. και για να γίνει τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την φρόνιμη ελευθερία» [2].

*  *  *

70 χρόνια μετά η Πατρίδα μας που δίδαξε την οικουμένη ηρωισμό· που ύφανε ένα θαύμα με το στημόνι της πίστεώς της· που γνώριζε ν’ ανασταίνει την ελπίδα μέσα από την προσωπική της θυσία, βρίσκεται ταπεινωμένη στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Οικονομικά εξαθλιωμένη. Χρεωμένη. Χωρίς οράματα, ελπίδα και πίστη στις καρδιές και τη σκέψη των νέων ανθρώπων.

Και δεν υπάρχει άλλη αιτία, και λύση του εθνικού μας δράματος, απ’ τη βαθύτατη παραδοχή του ότι «ἡμάρτομεν και ἠνομήσαμεν» και «κατελίπομεν τήν οδόν τῶν ἐντολῶν» του Ευαγγελίου «και ἐπορεύθημεν ἐν τοῖς θελήμασι τῶν καρδιῶν ἡμῶν» [3]. Γι’ αυτό και στην αξιολογική ηθική μας κλίμακα αντικαταστήσαμε το συλλογικό καλό με το ατομικό πρόσκαιρο συμφέρον.

Γι’ αυτό και θάψαμε τα πρότυπα, τον ηρωισμό, το θαύμα και τη μεγαλοψυχία της ιστορίας μας. Γι’ αυτό και απαλείψαμε από τα σχολικά εγχειρίδια τα ιδανικά που έθρεψαν τους ήρωές μας, αφήνοντας αδιαφώτιστες και αγαλούχητες γενιές νέων, παραδίδοντάς τες στην απελπισία και την απαισιοδοξία.

Δεν υπάρχει άλλη λύση. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος απ’ το αδιέξοδο. Μόνο η μετάνοιά μας θα ανατρέψει τ’ αδύνατα.

Αρκεί να το πιστέψουμε. Αρκεί να το εργασθούμε στον εαυτό μας. Αυτό ήταν και η γενεσιουργός αιτία του θαύματος του ’40. Η πίστη ενός ολόκληρου λαού.

«Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας μας ὅλοι» [4] καλούσαν τότε τον ελληνικό λαό οι δημοσιογράφοι της εποχής. Και ο λαός ανταποκρίθηκε. Κι έκπληκτος ο δημοσιογραφικός κάλαμος κατέγραψε: «Κατεκλίθημεν ἄνθρωποι και ἀνηγέρθημεν Ἔθνος, ἐκοιμήθημεν ἀπόγονοι και ξυπνῶμεν γονεῖς» [5].

Η γενιά του ’40, άλλη μια φορά μας διδάσκει την οδό του θαύματος. Τη μοναδική λύση της μετανοίας. Την επιστροφή στην «οδό του Κυρίου». Τη συμμαχία μας με τον Ύψιστο που γνωρίζει να «καθαιρεῖ δυνάστας ἀπό θρόνων» και να «ὑψώνει τούς ταπεινούς».

ΑΤΤΙΚΟΣ

Περιοδικό “Η Δράση μας”, Οκτώβριος 2010

1. Π.Α. Σινόπουλος, σφραγίδες, σελ. 14, εκδ. Ἀκρίτας 1981.
2. Ἐφημερίς «ο αἰών», 13 Νοεμβρίου 1838. Ο λόγος εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.
3. Ευχή Μεγάλου Βασιλείου, ακολουθία θ΄ ώρας.
4. Γ. Α. Βλάχου, Πολιτικά άρθρα, εκδ. Γαλαξία, σελ. 83.
5. Όπ. παραπάνω σελ. 89.

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. «Όποιος δε γνωρίζει την ιστορία του έθνους του, είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει», αναφέρει και στην ουσία, καταγγέλει μια γνωστή ρήση. Εμείς άραγε, τί θέση παίρνουμε; Πόσο σύμφωνους μας βρίσκει αυτή η τοποθέτηση και κατά πόσο την ενστερνιζόμαστε;
    Το ρεύμα της εποχής μας παρέσυρε άραγε, ή μήπως μπήκαμε εκούσια επιβάτες των νέων μοντέλων ταχύτητας;
    Γιατί μας περιβάλλει και μας διακατέχει τόσο έντονα το συναίσθημα της λήθης; Πώς είναι δυνατόν να ξεχνούμε ότι κάποιοι άνθρωποι… θυμούνται;;; Ότι κάποιοι άνθρωποι μένουν θαμένοι σε απάτητες πια, κορφές, πιστοί στα ιδανικά της πατρίδας και της πίστης μας… άγρυπνοι θεματοφύλακες των ιερών μας… των ιερών αυτών που σήμερα, αβίαστα, βεβυλώνουμε!
    Αναφέρεται στην παραπάνω ανάρτηση, η σημερινή κατάντια, η σημερινή «χρηστική» αξία του Οκτώβρη και πιο συγκεκριμένα, των τυχόντων τριημέρων που «δημιουργούνται» από τις εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν των ηρωικώς πεσόντων κάποιου Οκτώβρη… τότε! Αυτό λοιπόν, είναι για μας το αίμα και η ζωές των ανθρώπων που όχι μόνο δε χάθηκαν δίνοντας τη ζωή τους για την πατρίδα, αλλά ζουν σε κάθε χούφτα χώματος της Ελληνικής γης, σε κάθε σταγόνα του Ελληνικού ύδατος, σε κάθε φύσημα του ανέμου του καθάριου Ελληνικού ουρανού… Αυτούς θέλουμε να σκοτώσουμε κάθε φορά που αντιδρούμε για κάθε παρέλαση προς τιμήν τους!
    Στο σημείο αυτό, μια ερώτηση, ή καλύτερα μια παρατήρηση, αρμόζει να εκφράσω: Πώς γίνεται να σκοτώσουμε, να καταστρέψουμε, να βεβυλώσουμε, να αφανήσουμε… κάτι τόσο ζωντανό, κάτι τόσο αναλοίωτο, κάτι τόσο ιερό, κάτι τόσο υπέρτερο;
    Εις μάτην φωνάζουν και διαμαρτύρονται όλοι εκείνοι που κόπτονται για την πρόοδο του Ελληνικού λαού! Λιθάρια σοτν ανήφορο κυλάνε, όλοι αυτοί που νομίζουν ότι επειδή οδηγούν νέα μοντέλα αυτοκινήτων με υψηλές προδιαγραφές και ταχύτητες!
    Η ταχύτητα με την οποία κάποια στιγμή κύλησε ο χρόνος, άλλα μας έδειξε… ΤΡΙΑ γράμματα, ΜΙΑ ιστορία! Αυτά τα τρία γράμματα μας κυνηγούν τώρα…!

  2. Εξαιρετικό το κείμενο. Κι όμως είμαστε απόγονοι εκείνων των ηρώων! Παππούδες μας και προπαππούδες μας ήταν, άνθρωποι μ’ αδυναμίες, όπως τους γνωρίσαμε. Άνθρωποι ατελείς, που με την πίστη στην καρδιά αποφάσισαν να πολεμήσουν για τη γλυκιά Πατρίδα και να υπερασπιστούν τις μανάδες και τις γυναίκες τους με την ίδια τους τη ζωή. Να υπερασπιστούν το χώμα αυτό που δε λευτερώθηκε με λεφτά ούτε με διπλωματίες ούτε με συμμάχους. Λευτερώθηκε με το αίμα του ελληνικού λαού, όταν το θέλησε ο Θεός.

    Κι όμως! Και σήμερα πάλι τρία γράμματα λέμε: ΟΧΙ. Ο καθένας ξέρει να φωνάζει oxι, όταν πλήττονται τα συμφέροντά του. Μόνο τότε. Δυστυχώς αυτή η κατάσταση μάς έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Και γι’ αυτό φταίει το κομματοκρατικό σύστημα και οι υλιστικές ιδεολογίες, αριστερές και δεξιές. Πότε θα τα πετάξουμε όλα αυτά στον κάλαθο των σκουπιδιών, και τους επίδοξους πάτρονές μας στη θάλασσα; Πότε, ταπεινωμένοι και προδομένοι από όλα τα «θα» τους, θα γυρίσουμε στα πόδια του Χριστού, που μας προειδοποιεί: «όστις θέλει… απαρνήσασθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Χορτάσαμε πια από θωπείες στα ώτα.

  3. Τέτοιες μέρες θυμάμαι γεμάτη συγκίνηση τους παππούδες μου! Ο ένας πολέμησε στην πρώτη γραμμή του πυροβολικού και ο άλλος σε πολεμικό πλοίο. Τον πρώτο δεν τον γνώρισα γιατί πέθανε δύο μήνες μετά την γέννησή μου. Ο δεύτερος όμως πέθανε το 2008 (92 ετών) και δεν έλειπε ΠΟΤΕ από καμία παρέλαση!!!Ο ένας του αδερφός σκοτώθηκε κιόλας στο μέτωπο και έχουμε το παράσημο που έδωσε το ελληνικό κράτος στους συγγενείς των πεσόντων. Το όνομα αυτού:Ευάγγελος Αθανασίου Παϊβανάς…Αιωνία του η μνήμη και αιωνία η μνήμη όλων των πεσόντων!

  4. Κάθε χρόνο η εθνική μνήμη πολεμείται και εξευτελίζεται ακόμη περισσότερο. Κρίνεται απαραίτητο αυτό από τους νέους φασιστοκράτορες της Ευρώπης. Γιατί όποιος έχει εθνική μνήμη μπορεί να αντισταθεί, να πει ΟΧΙ, να γράψει έπη αγώνα που θα εκπλήξουν την ανθρωπότητα, ακόμη κι όταν τα στατιστικά είναι όλα εναντίον του. Γι’ αυτό πριν έρθουν να απαιτήσουν γην και ύδωρ, επί χρόνια διέφθειραν την εθνική μνήμη των Ελλήνων, την κατέστρεφαν.

    Είναι αστείο το γεγονός ότι πριν το ’40 είχαμε δικτατορία στην Ελλάδα. Ο λαός δεν την εμπιστευόταν. Κι όμως όταν αυτή η δικτατορία επέλεξε να σεβαστεί τη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, ο λαός ένθους έτρεξε στα βουνά φωνάζοντας Αέρα. 71 χρόνια μετά, σε καιρούς «δημοκρατίας», οι εψηφισμένοι άρχοντες φωνασκούν το Ναι, αδιαφορώντας για τη φωνή των Ελλήνων. Προφανώς δεν είναι το πολίτευμα ή το αξίωμα που κάνει τη διαφορά, αλλά η αρετή και η πίστη του άρχοντα. Κι απ’ αυτήν δυστυχώς χορτάσαμε…

    Πείτε κι εσείς ένα ΟΧΙ. Αναρτήστε τη σημαία στο μπαλκόνι σας, και στην καρδιά σας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ