Περίμενε, σε λίγο γλυκοχαράζει…

0
63
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Ομιλία τοΰ προϊσταμένου τοΰ Δημοτικοΰ Σχολείου Φλομοχωρίου-κότρωνα Μάνης, Νικολάου Π. Άντωνόπουλου, γιά τόν εορτασμό τοΰ «’Έπους του ’40» (Φλομοχώρι, 28 Όκτ. 2012).
«Ενα κείμενο άπό ένα γνήσιο λειτουργό τής Παιδείας, άπό τούς ελάχιστους πού άπέμειναν καί άποτελοΰν καμάρι, ελπίδα καί στήριγμα τής Πατρίδας μας.»

Mέρα λαμπρά καί σπουδαία ή σημερινή. Τό ’Έθνος άγάλλεται καί χαίρει σήμερα. Καί αύτό γιατί ειπώθηκε σάν τούτη εδώ τή μέρα, πρίν άπό 72 ολόκληρα χρόνια, ενα μεγάλο καί γενναίο ΟΧΙ.

Ηταν μιά άρνηση σέ μιά ταπεινωτική άξίωση. Αύτό τό ΟΧΙ διατρανώθηκε μές στό σκοτάδι, στίς 3:00 ή ώρα, ξημερώνοντας ή 28η ’Οκτωβρίου τού 1940, άπό τά χείλη τού ‘Έλληνα Πρωθυπουργού ’Ιωάννη Μεταξά. Όταν ό ’Ιταλός πρέσβυς Γκράτσι τού παρέδωσε τελεσίγραφο τού Μουσολίνι μέ τό όποιο ζητούσε νά τού παραδώσουμε, άνευ άντιστάσεως, κάποια νευραλγικά σημεία τής χώρας μας, σάν άλλος Λεωνίδας καί Κων/νος Παλαιολόγος, τού άπάντησε μέ σταθερή φωνή: «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο!»

Ό έχθρός βρισκόταν πρό τών πυλών σέ κατάσταση αναμονής, έτοιμος νά εισβάλει στή χώρα μας. Λέγει ό ποιητής Κωστής Παλαμάς: «Ή μεγαλοσύνη στά έθνη δε μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τής καρδιάς τό πύρωμα μετριέται, καί μέ τό αίμα» («Στ’ Άρματα»).

Καί ή μεγαλοσύνη τού έ’θνους τών Ελλήνων ξαναμετρήθηκε έκεΐνες τις ήμερες, γιά πολλοστή φορά. Πρώτο μέλημα τοΰ Έλληνα Πρωθυπουργού ήταν νά υπογράφουν τά αναγκαία διατάγματα, μέ τά όποια θά οργανωνόταν ή αντίσταση τών Ελλήνων. «Θέτω πρός ύπογραφήν τά διατάγματα ταΰτα», είπε «καί ύπογράφω πρώτος». Έκανε τό σταυρό του, ύπέγραψε τό διάταγμα τής γενικής έπιστρατεύσεως, καί είπε «Ό Θεός σώζοι τήν Ελλάδα!». Όλοι οί ύπουργοί τότε τόν μιμήθηκαν, υπέγραφαν καί ξαναέλεγε ό καθένας, «Ό Θεός σώζοι τήν Ελλάδα!».

Ξημέρωσε, ό ήλιος άνέτειλε. Οί καμπάνες χτύπησαν, οί σειρήνες βρόντηξαν, οί έφημεριδοπώλες διαλάλησαν «Πόλεμος, Πόλεμος μέ τήν Ιταλία».

Τά τρένα, τά φορτηγά γεμάτα μέ νιάτα, μέ προορισμό τό μέτωπο. Οί μεγάλες μάχες δόθηκαν στήν Πίνδο. Έκεΐ γράφτηκαν ένδοξες σελίδες τής ιστορίας μας. ’Αρχηγός τού άποσπάσματος τής Πίνδου ορίστηκε ό άετός τοΰ Ταϋγέτου, τό βλαστάρι τής Μάνης, Συνταγματάρχης Κωνστανσταντίνος Δαβάκης.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, για να τονώσει το ηθικό τών στρατιωτών του, σάν άλλος Παπαφλέσσας στό Μανιάκι, στέλνει στούς διοικητές τών στρατιωτικών τμημάτων, στίς 9:00 τό βράδυ τής 28ης Όκτωβτίου μιά διαταγή πού έλεγε πώς έρχονται 4 I τάγματα αύριο νά τους ένισχύσουν κι ότι ό ίδιος θά  κάνει αντεπίθεση με τις εφεδρείες.

Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά, ούτε εφεδρεΐες. Παρά μόνο ή Σκέπη τής Ύπερμάχου Στρατηγοΰ της Παναγίας μας. Πόσοι φαντάροι μας πάνω ’κεΐ στής Πίνδου τά βουνά δέν έβλεπαν τήν Παναγιά νά σκεπάζει μέ τό σάλι της τούς στρατιώτες; Πόσοι οπλίτες μας, ενώ δέχονταν σφαίρες, αύτές δέν τούς διαπερνούσαν γιατί έπεφταν στά χάρτινα είκονισματάκια πού είχαν μαζί τους; Γι’ αύτό σήμερα άπευθυνόμαστε σ’ Αύτήν, καί τής λέμε: «Τήν Σκέπην τήν σήν μεγαλύνομεν, καί τήν θερμήν προστασίαν κηρύττομεν, κόρη Πάναγνε».

Οί μέρες περνούν κι ένώ στήν άρχή άμυνόμασταν, έπειτα ξεκινήσαμε έπίθεση. Οί ’Ιταλοί έχαναν τή μιά μάχη μετά τήν άλλη, ως καί τήν λεγόμενη εαρινή τους άντεπίθεση, τήν όποία παρακολουθούσε ό ίδιος ό Μουσολίνι. ‘Η ήττα των ’Ιταλών ήταν μεγάλη. Όταν ό ’Ιταλός δικτάτορας έπέστρεψε στη Ρώμη, τη βρήκε σκεπασμένη με χιόνι, καί σε κατάσταση άμετρου εγωισμού είπε: «Αύτό χρειάζεται! Νά χιονίσει ήμερες, νύχτες, νά σκεπάσει δλη τή χώρα τό χιόνι, νά πεθάνουν δλοι οί ’Ιταλοί της σημερινής γενιάς, πού στάθηκαν ανίκανοι νά με άκολουθήσονν στη μεγάλη πορεία μου». ’Άραγε ύπάρχει μεγαλύτερη άπόδειξη γιά την ανδρεία καί την άξιωσυνη τών Ελλήνων πολεμιστών τοϋ ’40 άπό τά λόγια τοϋ ’ίδιου τους τοϋ αντιπάλου;

Όμως σ’ αύτό τό σημείο θά μοΰ επιτρέψετε νά σάς διηγηθώ μιά μικρή ιστορία, την όποια διασώζει ένας Πλωτάρχης τοϋ πολεμικοΰ Ναυτικού έ.ά., ό κος Δημήτριος Ντούλιας («Ναυτική Ελλάδα», τεύχ. Όκτ. 2011). Λέγει ό ίδιος ότι τό 1952 παρακολουθούσε τήν ύποστολή τής σημαίας πού γινόταν άπό αγημα στό τότε κτίριο τού Υπουργείου Ναυτικοΰ, πού βρισκόταν στήν ‘Οδό Κλαυθμώνος (στην ’Αθήνα). νΑς σημειώσουμε ότι τότε, όταν γινόταν έπαρση καί ύποστολή σημαίας, τά πάντα νέκρωναν καί οί περαστικοί στέκονταν σέ στάση προσοχής. Στό τέλος τής μικρής εκείνης τελετής παρακολουθεί έναν άξιωματικό νά πλησιάζει έκνευρισμένος στόν πάγκο ένός πλανόδιου καστανά καί νά τόν ρωτά γιατί δέν σηκώθηκε όρθιος. Ό καστανάς πρός στιγμήν έμεινε βουβός καί άμίλητος καί μετά άπό λίγο τοϋ είπε: «Πώς νά σηκωθώ, κύριε άξιωματικέ; Τής τά έδωσα καί τά δύο». Καί σηκώνοντας τά μπατζάκια τοϋ παντελονιού του, φάνηκαν δύο πόδια κομμένα πάνω άπό τά γόνατα. Ω, θυσίας σύμβολο!

Σβήνω τή μηχανή τού χρόνου κι έρχομαι στό σήμερα. Ξεφυλλίζω μιά άθηναϊκή εφημερίδα τής περασμένης εβδομάδας καί διαβάζω: «Τούρκικο πλοίο κάνει θαλάσσιες βόλτες άπό την Εύβοια ώς τήν Κρήτη». ’Ανοίγω τήν τηλεόραση, άκούω στίς ειδήσεις: «Οί άνεργοι στήν ‘Ελλάδα ξεπερνούν τούς 1.200.000». ’Ανοίγω τό ραδιόφωνο καί άκούω: «2.000 Ελληνες αύτοκτόνησαν άπό τήν άρχή τής κρίσης». Δηλαδή τά έγγόνια καί τά δισέγγονα τών άγωνιστών τού ’40 είναι άνεργα καί κάποια μάλιστα φτάνουν στό άπονενοημένο σημείο νά αύτοκτονοΰν. Θεός φυλάξοι!

’Εάν σήμερα είχαμε στό κέντρο τής Πλατείας μας τόν καστανά, έχω βέβαια τήν πεποίθηση πώς δέν θά σιωποΰσε, ούτε θά καθόταν νά δείξει τά κομμένα πόδια του, άλλά θά φώναζε, θά ώρυόταν καί σάν άλλος προφήτης ‘Ησαίας θά έλεγε: «Ούαί τέκνα άποστάται!» (Ήσ. Λ’ 1).

Σέ βλέπω ταπεινωμένη καί σέ ονομάζω Ελλάδα.
Σε βλέπω κλαίουσα καί σέ ονομάζω Ελλάδα.
Σέ βλέπω άδύναμη καί σέ ονομάζω Ελλάδα.

Καί σού λέω, κάνε ύπομονή, δείξε καρτερία, εσύ γνωρίζεις άπό αυτά. 400 χρόνια ήσουν σκλαβωμένη, γεύτηκες Μικρασιάτικες καταστροφές, βρέθηκες ύπό τριπλή γερμανική, ιταλική καί βουλγαρική κατοχή, έχεις άκόμη παιδιά ύπόδουλα στήν κατεχόμενη Κύπρο. Περίμενε σέ λίγο γλυκοχαράζει

Ζήτω τό έπος του ’40!
Ζήτω ή λεβεντογέννα Μάνη τού Δαβάκη!
Ζήτω τό ’Έθνος τών Ελλήνων! 

 

Απόσπασμα από το Περιοδικό «Η Δράση μας», Τεύχος Οκτωβρίου 2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ