Θυσία: ο δρόμος των ηρώων

0
41
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Στη ζωή υπάρχουν πολλοί δρόμοι. Δρόμοι της προσφοράς και δρόμοι της άνεσης. Δρόμοι του εγώ και δρόμοι του εμείς. Δρόμοι συμβιβασμού και δρόμοι συνέπειας ως τον θάνατο. Δρόμοι της θεωρίας και δρόμοι της πράξης. Και δρόμοι που ακροβολίζονται ανάμεσα στα δύο. Άλλοι δρόμοι είναι απόφαση, άλλοι ατέλειωτη προσμονή, άλλοι καθήκον ή και ρουτίνα.

Υπάρχουν οι δρόμοι και ο δρόμος. Ο δρόμος της πίστης και της ελευθερίας. Ο δρόμος της αρετής και της θυσίας.

Στη ζωή λίγοι διαλέγουν το δρόμο τους. Όμως, οι λίγοι αυτοί που τολμούν να διαλέξουν – και διαλέγουν το σωστό και δύσκολο – αυτοί, οι λίγοι, είναι οι ήρωες. Αυτοί κινούν μπροστά την Ιστορία. Αυτοί δίνουν νόημα στη συνέχεια, και συνέχεια στην πάλη για τη νίκη του καλού στη γη.

Ο δρόμος των ηρώων αφήνει πίσω κάθε ματαιότητα κι ανεβαίνει σταθερά τους αναβαθμούς της θυσίας. Γιατί ο ηρωισμός είναι μια αφοσίωση – πέρα από κάθε επιβολή – σ’ ότι είναι ωραίο και τιμά τον άνθρωπο.

Στις ματωμένες πτυχές της Ιστορίας μας ξεχωρίζει το μεγαλείο των ηρώων και των ηρωίδων του 1940. Αυτοί – επώνυμοι και ανώνυμοι – αυθόρμητα προτίμησαν το δρόμο της θυσίας. Ανάμεσά τους και ο γερο-βιολιστής.

Βιολί

Ο γερο-βιολιστής

Κατοχή. Βαρύ πέφτει γύρω το σκοτάδι.

Ο φτωχός μουσικός με το βιολί στο γέρικο χέρι στρίβει το ερημικό δρομάκι. Και… ξαφνικά, μες στη θλιβερή βραδιά, τι απροσδόκητη έκπληξη! Μια συντροφιά μικρά Ελληνόπουλα σιγοτραγουδά. Αφουγκράζεται… Ακούει καλά; Ναι, δεν τον γελούν τ’ αφτιά του:

«Εκεί μέσα κατοικούσες
πικραμένη, ντροπαλή…»

Ο γέρος καρφώνεται στο έδαφος. Τα μάτια του βουρκώνουν… Τρέμει… Βγάζει το βιολί απ’ τη θήκη. Ακουμπά την πλάτη του στον τοίχο και συνοδεύει το τραγούδι των παιδιών. Μαγνητισμένα εκείνα τρέχουν κοντά του. Τον αγκαλιάζουν συνεχίζοντας:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα; ιερά
και σαν πρώτα αντρειωμένη…»

Ξάφνου, κεραυνός πέφτει στο αυθόρμητο κοντσέρτο.

Μια περίπολος καραμπινιέρων!

Σκορπίζονται από φόβο τα παιδιά. Μένει άφοβος ο γέρος.

– Τι έπαιζες; ουρλιάζουν με λύσσα οι καραμπινιέροι.
– Ένα παλιό τραγούδι
– Παλιό, ε; Τον Ελληνικό Ύμνο έπαιζες.
– Συνόδευα το τραγούδι των παιδιών.

Οι Ιταλοί αρπάζουν το βιολί και με γρονθοσπρωξίματα τον οδηγούν στις φυλακές Αβέρωφ.

Ο γερο-βιολιστής με σπασμένα ιταλικά παρακαλεί:

– Δώστε μου το βιολί. Είστε λαός φιλόμουσος. Και πώς να στερήσετε από ένα γερο-βιολιστή το αγαπημένο του βιολί;

Κολακεύονται οι Ιταλοί από τη φιλοφρόνηση. Του δίνουν πίσω το βιολί, ενώ τον πετούν σ’ ένα σκοτεινό, βρώμικο μπουντρούμι. Είναι γεμάτο και με άλλους κρατούμενους πατριώτες. Τον κυκλώνουν. Γυρεύουν το φταίξιμό του. Ανάμεσά τους και μελλοθάνατοι που τον παρακαλούν:

– Παίξε μας πάλι το κομμάτι εκείνο που έπαιζες στη μέση του δρόμου.

Ο γερο-βιολιστής παίρνει ξανά το βιολί. Το δοξάρι ανάλαφρο πάνω στις χορδές μελωδεί:

«Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή.
Σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη».

Έξω από το κελί οι Ιταλοί καραμπινιέροι.

Μέσα στο κελί ορθοί, σε στάση προσοχής, οι Έλληνες μελλοθάνατοι ακούνε τον Εθνικό μας Ύμνο.

Οι φρουροί χυμούν μέσα εξαγριωμένοι.

Με βροντερή φωνή ο γερο-βιολιστής τούς καθηλώνει:

– Σταθείτε προσοχή! Ακούτε τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας!

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν δονεί τις φυλακές.

Την άλλη μέρα ο γερο-βιολιστής βασανίζεται με ξυλοδαρμό. Το αίμα της ελεύθερης καρδιάς του βάφει τα χείλη του που εξακολουθούν να ψελλίζουν:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα αντρειωμένη
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ