Πώς μπορούσε να τον είχε ξεχάσει;

0
10
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Είχε πέσει σε μεγάλη οικονομική ανάγκη, κι η γυναικεία της «αξιοπρέπεια» είχε τρωθεί βάναυσα. Δεν ήξερε πού να πάει για να ζητήσει βοήθεια. Όλες οι γνωστές και οι φίλοι της ήταν κι αυτοί άνθρωποι της βιοπάλης. Πού να βρει άνθρωπο να τη συντρέξει; Το ποσό που χρειαζόταν δεν ήταν μεγάλο, αλλά εκείνη, μια απλή καθαρίστρια που ίσα-ίσα τα έφερνε βόλτα, πού να το βρει;

Κάποιος έτυχε να της μιλήσει για τον παπα-Δημήτρη, που είναι στην Ευαγγελίστρια. «Είναι άνθρωπος ελεήμων. Θα σε βοηθήσει, πήγαινε…».

«Μα πώς; Σάμπως με ξέρει; Ποιος θα μπορούσε να του μιλήσει για μένα; Τόσοι και τόσοι θα πηγαίνουν να του ζητάνε χρήματα… Πώς θα καταλάβει ότι δεν είμαι «επαγγελματίας» της ζητιανιάς;»

Λύση δεν έβρισκε. Ούτε άνθρωπο να τη συστήσει στον παπα-Δημήτρη. Και πώς να ξεκινήσει από τα Ταμπούρια που έμενε, να πάει στην άλλη άκρη της Αττικής, χωρίς να ξέρει κανένα από την Ευαγγελίστρια;

Ο καιρός περνούσε και οι προθεσμίες δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο την ανάγκη της. Διέξοδος δεν μπορούσε να βρεθεί. Τελευταία ευκαιρία της, ο άγνωστος παπα-Δημήτρης. Σκέφτηκε να πάει κάποιο πρωί καθημερινής μέρας. Να τον βρει ήσυχο στο γραφείο του. Θα πήγαινε από πρωί-πρωί. Κι ας περίμενε και ώρες μέχρι να έρθει…

Άλλαξε τρεις συγκοινωνίες για να φτάσει. Σωστό ταξίδι. Στο τέλος έμενε κι ένας ποδαρόδρομος είκοσι λεπτών μέχρι τον ναό. Χαλάλι όμως, η περιοχή ήταν όμορφη και το περπάτημα την ανάπαυε κάπως. Προσευχόταν με όλη τη θέρμη της ψυχής της: «Αχ Θεέ μου, ας μου δώσει αυτός ο παπα-Δημήτρης μια λύση στο πρόβλημά μου…».

Καθώς πλησίαζε στον ναό, στη στροφή ενός δρόμου, συνάντησε έναν κάπως ηλικιωμένο κύριο με γενειάδα. Κρατούσε ένα μακρύ ξύλο στο χέρι του. Έδειχνε να έχει βγει για περπάτημα.

«Συγγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;», του είπε, «Πάω καλά για την Ευαγγελίστρια;».

«Ναι, καλά πάτε».

«Ευχαριστώ πολύ». Συνέχισε τον δρόμο της για μια στιγμή κι άκουσε τον κύριο πίσω της να ρωτά:

«Αν επιτρέπετε, ζητάτε κάποιον συγκεκριμένα;».

Τι ήταν να της κάνει εκείνη την ερώτηση; Σαν να λύθηκε η ψυχή της: Στάθηκε για λίγο, εκεί, στην άκρη του δρόμου κι έβαλε τα κλάματα. Άρχισε να μιλάει σαν ποταμός για το πρόβλημά της, για την κακοτυχία και τις κακουχίες της, για το πόσο ντρεπόταν που έφτασε στο σημείο να ζητιανεύει και για το πόσο φοβόταν τι θα συναντήσει σ’ εκείνο τον ναό που πήγαινε -μην την περάσουν για καμιά απατεώνισσα…

Ο ηλικιωμένος κύριος την άκουγε με κατανόηση. Στο τέλος της είπε:

«Αχ καλή μου γυναίκα… Να ‘ξερες σε τι περίπτωση πας να πέσεις… Ο παπα-Δημήτρης κάθε άλλο παρά ελεήμων είναι. Τον ξέρω καλά -στην περιοχή μένω. Είναι άνθρωπος σκληρός, δε θα βρεις άκρη μαζί του… Χώρια που κάποιοι λένε πολλά και για την ηθική του ακεραιότητα -τέλος πάντων, «Θοῦ, Κύριε…». Δεν έχεις ακούσει που λένε ότι «πετάει» και τα ράσα ενίοτε; Τέλος πάντων… Αλλά η πρόνοια του Θεού είναι φοβερό πράγμα…».

Τον κοίταξε αινιγματικά.

«Άκου τι μου συνέβη πριν βγω για περπάτημα: Κάνω να βγω από την πόρτα του σπιτιού… κρατώ μόνο τα κλειδιά μου και τούτο το μπαστούνι -όταν βγαίνω για περπάτημα δεν παίρνω τίποτα άλλο για να μη με βαραίνει… ούτε πορτοφόλι, ούτε κινητό, τίποτα. Όμως έτσι όπως πάω να βγω, κάτι σαν να με τραβά πίσω. Σχεδόν χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, πάω στο γραφείο μου και ανοίγω το συρτάρι. Ήξερα ότι είχα εκεί μέσα 1.200 ευρώ, μόλις χθες τα είχα πάρει… Για αδιευκρίνιστο λόγο τα βάζω στην τσέπη μου και βγαίνω… Εδώ τα έχω. Ορίστε πάρτα…». Με μια απότομη κίνηση, βγάζει και της τείνει το ποσό.

Τα ‘χασε. «Μα… τι λέτε τώρα;… Δεν…», έκανε να τραυλίσει.

«Σας παρακαλώ. Μην το κάνετε καθόλου θέμα… Σας διαβεβαιώ, δε θα μου λείψουν. Να είστε βέβαιη: η πρόνοια του Θεού σάς τα προμηθεύει… Δεν ξέρω αν καλύπτουν τη συγκεκριμένη ανάγκη σας, αλλά πιστέψτε με, ο Θεός σάς τα στέλνει…».

Τα πήρε.

Στο δρόμο του γυρισμού, δεν είχε λόγια να ευχαριστήσει τον Θεό. Όχι μόνο της έλυσε κατά μεγάλο μέρος το οικονομικό της πρόβλημα, αλλά τη φύλαξε κι από τη συνάντηση μ’ εκείνο τον παπα-Δημήτρη που της είχανε πει…

Το επεισόδιο τελείωσε εκεί.

Πέρασε καιρός. Κάποια μέρα έπεσε το μάτι της σε κάποια «υπεράγαν ορθόδοξη» φυλλάδα από εκείνες που «φρουρούν την παράδοση του γένους, ενάντια στα νεοταξικά σχέδια του Αντιχρίστου…». Δημοσιευόταν εκεί «επίσημη» καταγγελία εναντίον του παπα-Δημήτρη… Τον περνούσαν γενεές δεκατέσσερις: «Πετάει τα ράσα όποτε βγαίνει για περίπατο το πρωί, διότι, λέει, «τον βαραίνουν»… Αυτό είναι το ποιόν των ιερέων μας…».

Το άρθρο συνοδευόταν από φωτογραφία του ανευλαβή παραβάτη… Τον θυμήθηκε αμέσως -πώς μπορούσε να τον είχε ξεχάσει;…

 

Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων «Όσο μπορείς», του Βασίλη Αργυριάδη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ