«Τα Χριστούγεννα των ορφανών»

0
419
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Ο ξανθός επισκέπτης. Η χρονιά του 1943, όπως όλες οι χρονιές της μαύρης Κατοχής, ήταν φρικτή˙ πείνα, αρρώστια και δυστυχία μάστιζαν τον τόπο. Ό,τι καλό είχε ο τόπος το έπαιρναν οι Γερμανοί˙ και ό,τι άφηναν εκείνοι το άρπαζαν οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι.

Μέσα στη γενική αυτή δυστυχία ο Θοδωράκης και η Φανή ήταν ορφανά από πατέρα˙ τον σκότωσαν οι Γερμανοί στην αρχή του ’43, γιατί τον έπιασαν – έλεγαν – σε μια σιδηροδρομική γέφυρα με χειροβομβίδες. Έτσι έμειναν τα δύο παιδιά μόνα στον κόσμο με τη μητέρα τους, μόνα και απροστάτευτα.

Γι’ αυτό η παραμονή της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων βρήκε το φτωχικό σπιτάκι – ένα δωμάτιο όλο όλο – έρημο από πατέρα, απροστάτευτο από μητέρα, άδειο απ’ ό,τι φέρνει τη χαρά.

Τα δύο παιδιά – 10 χρόνων το αγόρι, 8 η κορούλα – έκαναν την προσευχούλα τους και κοιμήθηκαν νηστικά, γιατί το λίγο ψωμάκι του δελτίου το είχαν φάει από το απόγευμα. Ποιός ξέρει τι αχνιστά ψωμιά να έβλεπαν τα καημένα στον ύπνο τους!

Η άμοιρη μητέρα άναψε το καντήλι, γονάτισε κάτω από τα εικονίσματα και παρακάλεσε την Παναγία και το θείο παιδάκι Της, το μικρό Χριστούλη, να λυπηθούν τα ορφανά. Πώς ήρθαν τα εφετινά Χριστούγεννα! Χωρίς τον άνδρα της!… Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της πονεμένης μητέρας, που ξέσπασαν σε θρήνο.

Αλλά ο θρήνος της έφερε κάποιο ελάφρωμα και έτσι αποκοιμήθηκε κι εκείνη. Ώρες πέρασαν και η κυρά Άννα ήταν βυθισμένη στον ύπνο˙ κάποτε, σα σε όνειρο, άκουσε να χτυπούν οι καμπάνες, που καλούσαν τους χριστιανούς στη μεγάλη γιορτή.

Θέλει να σηκωθεί, να τρέξει στην εκκλησία με τα ξυπόλυτα παιδάκια της, αλλά δεν τα καταφέρνει να ξυπνήσει, σα να ήταν ναρκωμένη. Ο κόπος, η αδυναμία και ο πόνος την κρατούν δεμένη με άλυτα δεσμά.

Σε λίγη ώρα πάλι νόμισε, ότι χτύπησαν τη θύρα˙ ήταν όμως τόσο βαρύς ο ύπνος της, που ούτε τώρα την άφηνε να σηκωθεί.

Κάποιος πέρασε μέσα ελαφρά, σα να πατούσε στα νύχια, να μην τους ξυπνήσει. Ποιός τάχα να ήταν;

Ο επισκέπτης προχώρησε δύο τρία βήματα και έβαλε ένα χάρτινο κιβώτιο, ένα μεγάλο κιβώτιο, επάνω στο τραπέζι του σπιτιού. Άπλωσε έπειτα στα δύο παιδάκια τα αγγελικά του χέρια, που είχαν στις παλάμες κάποια παλιά ουλή. Τα χάιδεψε και ένα φως ζωηρό, αλλά απαλό και γλυκό χύθηκε γύρω και φώτισε σα γελαστός, ανοιξιάτικος ήλιος˙ τους χαμογέλασε και ένα άρωμα από ρόδα πλημμύρισε το δωμάτιο.

-Χριστέ μου! Είπε, Σε γνώρισα από τις θείες πληγές Σου!

Και με καρδιά πλημμυρισμένη λαχτάρα και πόθο πετάχτηκε να πέσει στα πόδια Του να τα ασπασθεί, να τα βρέξη με τα δάκρυά της. Αλλά, όταν βρέθηκε ορθή, ο γλυκός και ξανθός Επισκέπτης με τα ουράνια μάτια είχε χαθεί.

Έκανε το σταυρό της και έπειτα έριξε μία ματιά στα παιδιά της˙ η αναπνοούλα των ακουόταν ελαφρά˙ κοιμόνταν ήσυχα ήσυχα, σα σε θείο παράδεισο, ευλογημένα από τα χέρια Εκείνου με την παλιά ουλή.

Όταν όμως το βλέμμα της έπεσε στο τραπέζι, είδε εκεί επάνω ένα κιβώτιο χάρτινο, σαν εκείνο, που άφησε ο θείος Επισκέπτης. Με όλη την αδυναμία της έτρεξε και το πήρε στα χέρια˙ της φάνηκε πολύ βαρύ. Το άνοιξε˙ ώ, το θαύμα! Χίλια δυο καλά.

-Χριστέ μου! Χριστέ μου! Είπε πάλι, και άρχισε να φωνάζει με χαρά τα παιδάκια της.

-Θοδωράκη, Φανή! Ξυπνήστε! Σηκωθείτε γρήγορα!

Και τα έπιανε πότε από τα πόδια, πότε από τα χέρια να ξυπνήσουν.

Τα δύο παιδιά ξύπνησαν τέλος από το βαθύ πρωινό ύπνο και καθισμένα στο κρεβάτι έτριβαν τα ματάκια των.

Τι να δουν! Επάνω ήταν δύο ζευγαράκια υποδήματα, ακριβώς στο πόδι τους˙ ένα κοστούμι για αγόρι, ένα φορεματάκι ζεστό για κοριτσάκι˙ ένα ύφασμα μάλλινο για γυναικείο φόρεμα˙ δύο τόπια πολύχρωμα, μια κούκλα και ένας σιδηρόδρομος, σιδηρόδρομος σωστός με μηχανή, σκευοφόρο και βαγόνια.

Από κάτω ήταν και δεύτερος θησαυρός. Κουτιά, κουτιά, κουτιά, κουτιά, χάρτινα και τενεκεδένια. Άλλα είχαν κρέας, άλλα ψάρια, άλλα συμπυκνωμένο γάλα, άλλα νωπό βούτυρο, άλλα φιστίκια, γαλετάκια, ζάχαρη, σοκολάτα, τσάι καραμέλες.

Τα ορφανά τα έχασαν˙ ποιός τάχα να έστειλε τα πολύτιμα πράγματα!

Και έκπληκτοι ρώτησαν: -Ποιός τα έφερε αυτά, μητέρα;

-Ο καλός Χριστός! Τον είδα με τα μάτια μου!

Ο Θοδωράκης, ανυπόμονος, πήρε το κοστούμι και άρχισε να το ερευνά. Σε μια τζέπη βρήκε ένα φάκελο.

-Μανούλα, κοίταξε εδώ, ένα γράμμα, είπε και το έδωσε στη μητέρα του.

Το άνοιξαν˙ είχε μέσα ένα χαρτονόμισμα των 10 δολαρίων και ένα σημείωμα, ελληνικά γραμμένο:

«Μία οικογένεια από τον Καναδά στέλνει το μικρό αυτό δώρο σε μια Ελληνίδα μητέρα και στα παιδάκια της».

Την ώρα εκείνη – είχε βρει πια ο ήλιος – άνοιξε η θύρα του σπιτιού και μπήκε μέσα η κυρία Ευγενία, αδελφή του Ερυθρού Σταυρού και γνωστή κυρία του φιλοπτώχου ταμείου της ενορίας. Εγύριζε από τη λειτουργία και πέρασε να πη στην κυρία Άννα για το δέμα, που είχε αφήσει περνώντας. Το έστειλε ο ερυθρός Σταυρός, που στο όνομα του Χριστού φροντίζει για τους δυστυχισμένους όλου του κόσμου. Αλλά δεν είπε τίποτε, για να μην ταράξει την προσευχή τους.

Γονατισμένοι, μητέρα και ορφανά, εμπρός στα εικονίσματα, ευχαριστούσαν το θείο παιδάκι, που γεννήθηκε τη μέρα εκείνη, για να φέρει στον κόσμο την παρηγοριά, την αγάπη, την καλοσύνη. Το παρακαλούσαν ακόμη να προστατεύει την άγνωστη και μακρινή εκείνη οικογένεια με τη γενναία χριστιανική καρδιά.

Θερμά δάκρυα, που έλαμπαν σα διαμάντια, κατέβαιναν από τα μάτια τους.

Ν. Α. Κοντόπουλος (Από το ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε’ Δημοτικού, Αθήναι 1952)

από το περιοδικό «Ο Πυρσός»
τεύχ. Δεκεμβρίου 2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ