Ἐκάθισεν Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου…

0
649
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (1 ψήφοι, μέσος όρος: 5,00 από 5)
Loading...

Μια ημέρα ακριβώς πριν την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λίγες ώρες πριν ριχτούμε με όλη μας τη δύναμη στο «Στάδιο των αρετών», την Κυριακή της Τυρινής, η Εκκλησία μας καθόρισε να τελούμε την ανάμνηση της εξορίας των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ. (Συναξάριον Κυριακής Τυροφάγου)

Οι άγιοι Πατέρες προβάλλουν μπροστά μας αυτό το τραγικό γεγονός θέλοντας να μας υπενθυμίσουν ότι η πρώτη εντολή που δόθηκε στους ανθρώπους ήταν η νηστεία[1]. Η αθέτηση αυτής της εντολής, η ανυπακοή και η έλλειψη εγκράτειας των Πρωτοπλάστων έφερε ολέθριες συνέπειες και στους ίδιους αλλά και σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, καθώς κατά την προειδοποίηση του Θεού[2] εισήλθε στην ανθρώπινη φύση η φθορά και ο θάνατος.

Κόσμος γενάρχαις πικρὰ συνθρηνησάτω. Βρώσει γλυκείᾳ, συμπεσὼν πεπτωκόσι.
(Ας χύσει δάκρυα πικρά ο κόσμος μαζί με τους γενάρχες του, γιατί με τη γλυκιά γεύση του απαγορευμένου καρπού έπεσε κι αυτός μαζί τους – Στίχος Συναξαρίου Κυριακής Τυροφάγου)

Έτσι λοιπόν κι εμείς καλούμαστε από την Εκκλησία μας να τηρήσουμε με ακρίβεια την καθορισμένη νηστεία της ευλογημένης περιόδου που ανοίγεται μπροστά μας, να γυμνάσουμε τον εαυτό μας στην σωματική και – κυρίως – στην πνευματική εγκράτεια, ώστε με τη Χάρη του Θεού να επιστρέψουμε πάλι στον χαμένο Παράδεισο.

Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐκάθισεν Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τὸν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καὶ κλαπέντα καὶ δόξης μακρυνθέντα! οἴμοι, τὸν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δὲ ἠπορημένον! Ἀλλ’ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τὸν Κύριον καὶ Θεόν μου καὶ Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι ἐξ ἧς καὶ προσελήφθην. Ἐλεῆμον Οἰκτίρμον βοῶ σοι· Ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα.

Ἀπόδοση στήν δημοτική

Καθόταν ο Αδάμ
αντίκρυ στον Παράδεισο
θρηνώντας γοερά
τη γύμνια και τη φτώχεια του.

Αλίμονο σε μένα
πίστη έδειξα τυφλή
σε μια απάτη δόλια
που μου ’κλεψε τα πάντα
και με ’διωξε αλύπητα
απ’ την πρότερή μου δόξα.

Αλίμονο σε μένα
Γυμνός ήμουν ολότελα
κι ασύλληπτο είχα πλούτο
ντυμένος τώρα στέκομαι
μα πάμφτωχος υπάρχω.

Αξέχαστε Παράδεισε
ποτέ δεν θα ξανάβρω
τ’ ανείπωτά σου κάλλη
ποτέ δεν θα ξανάδω
τον Κύριο που με ’πλασε
και ως Θεό γνωρίζω.

Στη γη γυρίζω πίσω
στο χώμα αυτό που ο Θεός
σώμα πανώριο το ’φτιαξε
όταν με πλαστουργούσε.

Φωνάζω κι ικετεύω
Εσένα που όλους αγαπάς
λυπάσαι και φροντίζεις
ελέησε το θλιβερό
πεσμέν’ ομοίωμά Σου.

 


[1] «καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ» (Γεν. 2, 16-17)

[2] «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2, 17)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ