Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου

0
58
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (1 ψήφοι, μέσος όρος: 5,00 από 5)
Loading...

Δείτε όλα τα άρθρα για την Κυριακή Ζ’ Λουκά.

Έλα, Χριστέ, στο σπίτι μου!

Στην παραλία της Καπερναούμ κόσμος πολύς είναι μαζεμένος. Τι ζητάει; Έχουν μάθει ότι καταφθάνει όπου να ’ναι ο Διδάσκαλος. Να! Τον ξεχωρίζουν κιόλας στο πλοιάριο που ολοένα ζυγώνει στην ακτή. Επιστρέφει από τη χώρα των Γεργεσηνών.

Τι σημασία έχει που εκείνοι τυφλωμένοι από τα πάθη Τον έχουν απωθήσει; Εδώ πολύς λαός Τον περιμένει. Ξέρει καλά τι ευλογίες φέρνει η παρουσία Του σε κάθε τόπο. Γι’ αυτό ακριβώς και με λαχτάρα συνωστίζονται στην ακρολιμνιά, για να Τον υποδεχθούν.

Να, τώρα έφθασε. Αποβιβάζεται απλά στην ακρολιμνιά. Πατάει το πόδι Του στην αμμουδιά. Πλησιάζει.

Όλοι είναι έτοιμοι να πέσουν πάνω Του, να Τον εγγίσουν με άπειρη ευλάβεια και πόθο. «Ἦσαν γάρ πάντες προσδοκῶντες αὐτόν» (Λουκ η΄40). Όμως, κάποιοι ψίθυροι, κάποια νοήματα, κάποια χέρια που ανοίγουν δρόμο τους αναχαιτίζουν.

«Ἰδού ἦλθεν ἀνήρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καί αὐτός ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε». Ήταν επίσημος άνθρωπος στην κοινωνία της Καπερναούμ αυτός. Προϊστάμενος στη Συναγωγή. Έπρεπε να προηγηθεί. Άλλωστε και η έκφραση του προσώπου του έδειχνε πως κάτι πολύ σοβαρό, πολύ επείγον τον απασχολούσε.

Πλησίασε, λοιπόν, ο Ιάειρος. Και τότε «πεσῶν παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτόν εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ». Λησμόνησε για μια στιγμή την κοινωνική του θέση και μπροστά σε Κείνον, τον Ζωοδότη κι Ευεργέτη των ανθρώπων, έγινε δούλος κι έπεσε στα γόνατα. Και «παρεκάλει». Με πόνο ψυχής ικέτευε. Επίμονα παρακαλούσε:

-Έλα, Διδάσκαλε, στο σπίτι μου. Έλα, να το στηρίξεις, να πατήσεις το πόδι σου στο σπιτικό μου!

Έλεγε, έλεγε, «παρεκάλει πολλά» (Μαρκ. ε΄ 23) ο Ιάειρος. Και πώς όχι; «Θυγάτηρ μονογενής ἦν αυτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καί αὕτη ἀπέθνησκεν». Ένα και μονάκριβο παιδί το είχε, κι αυτό από στιγμή σε στιγμή το ’χανε. Κάποια βαριά αρρώστια τού το ’σερνε αμείλικτα στον τάφο μαδώντας τραγικά την παιδική του χάρη και βυθίζοντας όλο το σπίτι στην απελπισία.

Ο Κύριος, η ενσαρκωμένη Αγάπη, πρόθυμα συγκατένευσε. Πόσες φορές και μόνος Του έσπευδε να ευεργετήσει τους ανθρώπους. Τώρα που τόσο ένθερμα τον ικέτευε ο Ιάειρος, μπορούσε να αρνηθεί; Πόσες φορές -και τούτη ακόμη- ασυγκράτητες ξεπήδησαν ευλογίες και σκορπίζονταν γύρω. (Μια ταλαιπωρημένη γυναίκα, μέσα στο πλήθος, μόνο που τον ακούμπησε, έγινε καλά). Πολύ περισσότερο η θεληματική Του παρουσία στο δοκιμασμένο σπίτι θα έκανε το θαύμα.

Ωστόσο, στα μισά του δρόμου τους προφθάνει κάποιος υπηρέτης από το σπίτι του αρχισυναγώγου.

-Τελείωσε! είπε ξέψυχα στο δύστυχο πατέρα. «Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου». Δεν υπάρχει πια λόγος να κουράζεις άσκοπα το Διδάσκαλο. Χάθηκε κάθε ελπίδα. «Μή σκύλλε τόν διδάσκαλον».

Ο Ιάειρος μένει άφωνος. Το δράμα του έχει ξαφνικά κορυφωθεί στο έπακρο. Τόσο πολύ, που να μη φαίνεται λύση πια, που να μην απομένει ούτε η πιο μικρή ελπίδα. Θάνατος! Σφραγίδα καταστροφής!

«Μή φοβοῦ μόνον πίστευε καί σωθήσεται». Ακούγεται στοργικά, σταθερά πλάι του η φωνή του Χριστού.

Μην τα χάνεις, Ιάειρε. Μην πανικοβάλλεσαι. Μονάχα πίστευε. Εξακολούθησε να στηρίζεις τις ελπίδες σου σε Μένα. «Σωθήσεται». Ναι. Και νεκρό το παιδί σου μπορώ να το γιατρέψω. Και μέσα απ’ τα φριχτά χέρια του θανάτου μπορώ να σου το σώσω. «Μόνον πίστευε». Τούτο μονάχα πρόσεξε εσύ. Μην αναστείλεις την εμπιστοσύνη σου σε Μένα, το στυλοβάτη της οικογένειας, της ζωής και της ελπίδας.

Σε λίγο φθάνουν πραγματικά στο σπίτι, που βέβαια είναι ανάστατο απ’ τους θρήνους και τους ολοφυρμούς. Σπαραχτικές κραυγές, γοερό κλάμα και μοιρολόγια θλιβερά επικρατούν. «Ἔκλαιον δέ πάντες καί ἐκόπτοντο αὐτήν».

«Μή κλαίετε», τους παρηγορεί συμπονετικά ο Χριστός. Δεν είναι τόσο τραγικό κι ανεπανόρθωτο το κακό. Υπάρχει ελπίδα. «Ούκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει». Για λίγο έκλεισε τα μάτια και θα ξυπνήσει πάλι το παιδί!

Εκείνοι παραξενεύονται και αντιδρούν με ειρωνείες. «Κατεγέλων αὐτοῦ». Ήταν τόσο σίγουροι για το θάνατο!

Κι όμως. Μπορούσαν να ’ναι αφάνταστα πιο σίγουροι για τη Ζωή, που αυτούσια εκείνη την ώρα βρισκόταν ήρεμα μπροστά τους. Κι έπαιρνε δυναμικά την πρωτοβουλία…

Πρώτα-πρώτα «οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα». Απ’ όλο το πλήθος που Τον ακολουθούσε, δεν άφησε Χριστός κανένα να περάσει μέσα στο σπίτι. Μόνο τον «Πέτρον καί Ἰωάννην καί Ἰάκωβον» πήρε μαζί Του. Και φυσικά, «τόν πατέρα τῆς παιδός καί τήν μητέρα». Ύστερα πρόσταξε να βγουν έξω και εκείνοι ακόμη που βρίσκονταν από ώρα στο δωμάτιο της κόρης συμμετέχοντας στο βαρύ πένθος. Και τότε, μέσα στην ηρεμία του σπιτιού και την πονεμένη σιωπή των γονέων, έπιασε από το χέρι το νεκρό παιδί και είπε ζωηρά και εξουσιαστικά. «Ἐφώνησε λέγων, ἡ παῖς ἐγείρου»!

Την ίδια στιγμή έγινε το θαύμα. Γύρισε πίσω η ψυχή. Ρόδισε το χλωμό πρόσωπο, πήρε βαθιά αναπνοή η δωδεκάχρονη κόρη, άνοιξε τα μάτια, ανασηκώθηκε. «Ἐπέστρεψε τό πνεῦμα αὐτής, καί ἀνέστη παραχρῆμα».

Πάνε να χάσουν το μυαλό τους οι γονείς. Έκπληξη, ασυγκράτητη χαρά, βαθιά ευγνωμοσύνη τους κυριεύουν. «Ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς».

Αλλά ο Κύριος και πάλι στέκεται κοντά τους πολύτιμος συμπαραστάτης. Δίνει παραγγελία στους υπηρέτες να φέρουν φαγητό στην ταλαιπωρημένη κόρη. Παράλληλα συνιστά σύνεση και αυτοκυριαρχία στους γονείς, ώστε η έκρηξη της χαράς τους να μην ερεθίσει την κακεντρέχεια των φθονερών Φαρισαίων. Κι έτσι απερίσπαστα ν’ απολαμβάνουν τη θεοδώρητη οικογενειακή τους ευτυχία.

*  *  *

«Παρεκάλει αὐτόν εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ»

Άραγε, φανταζόταν ποτέ ο Ιάειρος ποια εξέλιξη θα έπαιρναν μέσα σε τόσο λίγες στιγμές τα γεγονότα; Κι άραγε, γνώριζε καλά Ποιον προσκαλούσε στο σπίτι του;

Τα όσα έζησε, σίγουρα του το είπαν με τον πιο ζωηρό τρόπο.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός στο σπίτι! Το φως και η χαρά της οικογένειας. Η ειρήνη των ψυχών. Το στήριγμα στις τρικυμίες. Η ελπίδα στις θλίψεις και τις όποιες δύσκολες περιστάσεις.

Απομακρύνεται κάποιος αδελφός από το δρόμο της Εκκλησίας. Γκρινιάζουν οι συγγενείς. Κλαίνε οι γονείς. Κουνάει το κεφάλι ο κόσμος. Δεν είναι λύση αυτά. Φέρτε στο σπίτι τον Χριστό! Προσευχηθείτε! Δημιουργείστε ατμόσφαιρα ειρήνης και γνήσιας πνευματικότητας! Και τότε, «μή φοβοῦ… σωθήσεται»!

Έρχονται στιγμές που ο πατέρας και η μητέρα διαφωνούν έντονα. Φωνές αναστατώνουν το σπίτι. Κραυγές αγωνίας ξεσχίζουν τις παιδικές ψυχές. Αυθόρμητη αντίδραση έρχεται το παράπονο, η μελαγχολία, αναίτια ξεσπάσματα και νεύρα, πείσματα, μανίες, απότομες αντιδράσεις, κάτι σαν εκδίκηση… Μα έτσι δε θεραπεύεται η κατάσταση. Φωνάξτε σπίτι σας το Χριστό! Ζητήστε απ’ τους γονείς σας να εκκλησιασθείτε όλοι μαζί, να προσευχηθείτε, να εξομολογηθείτε ταπεινά! Πάρτε τον Άγιο λόγο Του στήριγμα και πυξίδα! Και θάνατο και συντρίμμια, μπορεί να τα επανορθώσει Εκείνος. Ο Μόνος που μπορεί! «Μή κλαίετε».

Ζητήστε Τον μονάχα. Παρακαλέστε Τον επίμονα, όπως ο Ιάειρος, να μπει και στο δικό σας σπίτι. Να το ευλογήσει…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ