- Χριστιανική Φοιτητική Δράση - https://xfd.gr -

Ο όσιος Βησσαρίων ο εν Αιγύπτω

Ο όσιος Βησσαρίων έζησε και έδρασε στην Αίγυπτο στα τέλη του 4ου αιώνος. Αξιώθηκε από νέος να γνωρίσει τον οσιότατο ασκητή της ερήμου Μέγα Αντώνιο, ο οποίος και του ενέπνευσε και του καλλιέργησε τον πόθο για ολοκληρωτική αφιέρωση στο Θεό.

Ο Βησσαρίων αγάπησε τον αυστηρό ασκητικό βίο. Ζούσε στην έρημο τελείως απερίσπαστος από βιοτικές φροντίδες. Τόπο σταθερό δεν είχε. Περιουσία προσωπική δεν απέκτησε, ούτε την ελάχιστη. Αλλά και τα αναγκαία που είχε όλα τα έδινε αδιακρίτως προς όλους, χωρίς να υπολογίζει τις προσωπικές του ανάγκες. Η μόνη περιουσία του ήταν το ιερό Ευαγγέλιο που μελετούσε καθημερινά. Και η μοναδική του απόλαυση η ιερά προσευχή. Κάποτε παρέμεινε για 40 ολόκληρα ημερονύκτια όρθιος έξω στην ύπαιθρο, με τα χέρια υψωμένα σε αδιάλειπτη επικοινωνία με τον Θεό. Ούτε το κρύο ούτε η ζέστη ενοχλούσαν τον εξαϋλωμένο άγιο ασκητή της ερήμου.

Η ελπίδα του ήταν ο ουρανός! Και η σκέψη του ήταν διαρκώς βυθισμένη στα κάλλη του Παραδείσου.

Όταν έφθανε σε κάποιο Μοναστήρι, δεν δεχόταν καμία φιλοξενία. Στάθμευε έξω από την πύλη του Κοινοβίου και έκλαιε για τις αμαρτίες τις δικές του και όλου του κόσμου. Και έλεγε στους Μοναχούς: «Δεν είμαι άξιος να φιλοξενηθώ και να κοιμηθώ κάτω από στέγη, πριν βρω τα υπάρχοντα του δικού μου σπιτιού». Και εννοούσε ο Όσιος τα άφθαρτα αγαθά της αχειροποιήτου οικίας του Παραδείσου.

Σαράντα ολόκληρα χρόνια ο Όσιος οδοιπορούσε από τόπο σε τόπο, χωρίς να θέλει να αφήνει τα ίχνη της δικής του παρουσίας. Μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα έξω από ένα χωριό είδε ένα νεκρό. Έσκυψε φιλόστοργα και τον σκέπασε με τον μανδύα του. Και λίγο αργότερα συνάντησε ένα ρακένδυτο πάμφτωχο άνθρωπο που κινδύνευε να πεθάνει από το κρύο και αμέσως έβγαλε και του πρόσφερε τον χιτώνα του. Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του ο Όσιος, συναντήθηκε τυχαία με έναν αξιωματικό, ο οποίος και τον ρώτησε έκπληκτος.

–Τι σου συνέβη, αββά; Που είναι τα ρούχα σου; Ποιός σου τα πήρε; Και ο Όσιος δείχνοντάς του το ιερό Ευαγγέλιο του είπε μονολεκτικά: «Αυτός»!

Κάποτε άλλοτε ο όσιος Βησσαρίων αντίκρισε και πάλι έναν αξιοθρήνητο φτωχό. Όμως αυτή τη φορά δεν είχε απολύτως τίποτε να του δώσει εκτός από τον θησαυρό που πάντοτε έφερε, το Ευαγγέλιο. Έτρεξε λοιπόν στην αγορά και το πούλησε και έδωσε τα χρήματα στον πάμφτωχο άγνωστο. Και όταν ο μαθητής του τον ρώτησε: «Αββά, που είναι η Αγία Βίβλος σου;», εκείνος του είπε: «Παιδί μου, την επούλησα, γιατί ο Κύριος στο Ευαγγέλιο απαιτεί από όλους μας πρώτα την αγάπη. Και υπάκουσα στη θεία εντολή Του που μας λέγει: «Πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς».

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός βλέποντας τα φιλόστοργα σπλάχνα του οσίου Βησσαρίωνος τον ευλόγησε με πλούσια χάρη.

Η προσευχή του θαυματουργούσε. Με τη δύναμη του σημείου του Τιμίου Σταυρού μετέβαλε κάποτε θαλασσινό νερό σε πόσιμο για να πιεί ο μαθητής του που διψούσε. Άλλοτε άνοιξε τους ουρανούς, όπως ο Ηλίας, και ήρθε η βροχή σε διψασμένη γη, και άλλοτε, όπως ο Ιησούς του Ναυή, σταμάτησε τον ήλιο στη δύση του για να προλάβει μέσα στο φως μια σημαντική συνάντηση. Και ασθενείς θεράπευσε και δαιμόνια εξέβαλε και πάνω στα νερά ενός ποταμού περπάτησε. Και όλα αυτά τα θαυμαστά συνέβησαν για να αποδεικνύεται πόσο αγαπά ο Θεός όσους παραδίδονται σ’ Αυτόν χωρίς όρους και χωρίς όρια.

Μετά από πολλές άγιες περιπλανήσεις και με πλούσιους καρπούς αγάπης στα χέρια του, έφθασε κάποτε ο Όσιος στα βαθιά του γεράματα. Σαν ώριμος στάχυς έγειρε ειρηνικός να αναπαυθεί στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα, στον τόπο του Παραδείσου που τόσο λαχταρούσε. Λίγο πριν παραδώσει την πνοή του στον Πλάστη του, είπε στους συναθλητές του που του συμπαραστέκονταν: «Κάθε Μοναχός έχει υποχρέωση να ζει και να πολιτεύεται όπως τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ. Να είναι όλος οφθαλμός». Και όσοι αναστρέφονται μέσα σε Κοινόβια «να σιωπούν και να μην υπολογίζουν τον εαυτό τους».

Είθε με τις ευχές του Οσίου Βησσαρίωνος να ασκούμε την τελεία και αληθινή αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Γιατί αυτή η αρετή μας εξομοιώνει με τον Θεό και μας σώζει.

από το περιοδικό «Ο Σωτήρ»
τεύχ. 2105 – 15ης Φεβρουαρίου 2015 [1]