Τι συνέβη στον πνευματικό κόσμο εκείνα τα λεπτά;

1
37
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Τι είναι σύμπτωση; Γιατί το τούβλο πέφτει ειδικά στο κεφάλι αυτού του περαστικού, του ενός από τους χίλιους; Ανάλογες βαθυστὀχαστες αναζητήσεις ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα χιλιετίες…

Κάποτε ο οικονόμος της Λαύρας του αγίου Σεργίου αρχιμανδρίτης Ονούφριος και ο πνευματικός της Λαύρας αρχιμανδρίτης Κύριλλος, μου ανέθεσαν να βοηθήσω να μεταφερθεί στα βουνά του Καυκάσου, εκεί όπου πολλά χρόνια ασκούνται σε παράνομη κατάσταση αναχωρητές μοναχοί, ένας από τους μοναχούς της Λαύρας, ο ιεροδιάκονος Ραφαήλ (Μπέρεστοφ). Ήταν ένας μοναχός πολύ μικρού, παιδικού αναστήματος, χωρίς γενειάδα, με λεπτούλα φωνή και απλοϊκός- πραγματικά σαν παιδί.

Ψιθυρίζοντας συνωμοτικά, ο πατήρ Ραφαηλάκος μού εκμυστηρεύτηκε ότι με την ευλογία του π. Κυρίλλου είναι αναγκασμένος να δραπετεύσει στα βουνά, διότι μόνος του μάχεται κατά του οικουμενισμού. Στον παραστάτη της πόρτας του κελιού του στη Λαύρα είχε καρφώσει ένα χαρτάκι με την επιγραφή «ΝΤΡΟΠΉ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ!».

Ούτε εγώ αισθανόμουν καμία συμπάθεια προς τον οικουμενισμό, γι’ αυτό και άρχισα να τον βοηθώ, μολονότι είχα μεγάλες αμφιβολίες για το αν απειλούνταν πράγματι σοβαρά ο ιεροδιάκονος από τον οικουμενισμό και τα όργανά του ή αν η απειλή ήταν τέτοια που να χρειάζεται να φύγει από το μοναστήρι.

«Οπωσδήποτε θα οργανώσουν φοβερό κυνηγητό πίσω μου για να με κλείσουν στο μπουντρούμι!», έλεγε ο π. Ραφαήλ με τρομακτικούς ψιθύρους. Εκφραζόταν φλογερά, παραστατικά και με πολύ υψηλό ύφος. Εγώ για να είμαι ειλικρινής δεν το πολυπίστεψα το «μπουντρούμι». Ποιος είχε τάχα ανάγκη το μικρό ιεροδιάκονο;

Ο πατήρ Ραφαήλ ήταν επίσης αγιογράφος. Εκτός από τα προσωπικά του αντικείμενα ετοιμαζόταν να πάρει μαζί του στα βουνά τα εργαλεία αγιογραφίας, το καβαλέτο, τα χρώματα, ακόμα και απόθεμα ξύλων για εικόνες. Κατάλαβα ότι μόνος μου δε θα τα κατάφερνα και αποφάσισα να καλέσω μαζί μου ένα φίλο, τον Σάσα Σβετσόφ, ο οποίος τότε ήταν με άδεια στους γονείς του στη Μόσχα. Με την ευλογία του π. Κυρίλλου προστέθηκε στην ομάδα μας κι ένας ακόμα νεαρός, απόφοιτος της θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, ο Κωνσταντίνος. Τώρα τον λένε ηγούμενο Νικήτα, διακονεί στην επαρχία του Μπριάνσκ.

Στον σιδηροδρομικό σταθμό του Σουχούμι μάς υποδέχτηκαν ο διάκονος Γρηγόριος, ένας αναμαλλιασμένος άνθρωπος με βλοσυρή όψη και η σύζυγός του πρεσβυτέρα Όλγα, τελείως διαφορετική από αυτόν, πολύ περιποιητική και πρόσχαρη. Μείναμε στο σπίτι τους στην οδό Καζμπέγκι. Όπως αποδείχτηκε, στο σπίτι αυτό έβρισκαν συχνά καταφύγιο όσοι κατευθύνονταν κρυφά στα βουνά, στους μοναχούς.

Ο π. Ραφαήλ ανυπομονούσε να βρεθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν στα ορεινά κελιά, αλλά αυτό δε φαινόταν πολύ εύκολο. Από το Ζαγκόρσκ είχαν τηλεφωνήσει στην πρεσβυτέρα Όλγα και είχαν προειδοποιήσει ότι ήδη κυκλοφορούν φήμες στην πόλη ότι ο ιερομόναχος Ραφαήλ έχει φύγει για το Σουχούμι και ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τα βουνά εκείνα, όπου οι μοναχοί ζουν ελεύθεροι από τη σοβιετική εξουσία, χωρίς διαβατήρια, άδειες διαμονής και πιστοποιητικά. Κι αν μιλούσαν για το ζήτημα στο Ζαγκόρσκ, τότε αυτό σήμαινε ότι γρήγορα θα γινόταν γνωστό και στις τοπικές αρχές. Έτσι κι έγινε. Οι ορθόδοξοι στο Σουχούμι εργάζονταν σε διάφορες θέσεις, γι’ αυτό την επόμενη μέρα μάθαμε ότι στην αστυνομία του Σουχούμι είχε έρθει εντολή να συλλάβουν τον επικίνδυνο εγκληματία ιεροδιάκονο Ραφαήλ(Μπέρεστοφ), ο οποίος σκοπεύει να περάσει στην παρανομία και ενδέχεται να αναλάβει αντισοβιετική δράση διάγοντας παρασιτικό τρόπο ζωής.

Εξεπλάγην υπερβολικά που επαληθεύτηκαν τα αγωνιώδη προαισθήματα του μικρόσωμου π. Ραφαήλ. Μα κι ο ίδιος, αν και προετοιμαζόταν για μια τέτοια τροπή των γεγονότων, όταν έμαθε ότι αποκαλύφθηκαν τα σχέδιά του, φοβήθηκε τόσο πολύ που χώθηκε σαν  τρομαγμένο παιδί κάτω από το κρεβάτι του και δεν ήθελε να βγει με τίποτα. Ξεκαρδισμένοι στα γέλια προσπαθούσαμε να τον σύρουμε από εκεί. Εν ολίγοις, ο ρόλος του τρομερού κακοποιού, του φοβερού για το κράτος εγκληματία, στο κατόπι του οποίου είχε εξαπολυθεί ολόκληρο ανθρωποκυνηγητό, δεν ταίριαζε και πολύ στον π. Ραφαηλάκο…

Όμως, όπως και να είχε, η πορεία προς τα βουνά έπρεπε να αναβληθεί. Συμβουλευτήκαμε τον ηγούμενο των Σπηλαίων Ανδριανό, ο οποίος φιλοξενείτο στο Σουχούμι σε πνευματικά του παιδιά κι εκείνος έδωσε εντολή να περιμένουμε ώσπου να εξασθενήσει η επαγρύπνηση της αστυνομίας. Για τη νεαρή τριάδα μας, το δόκιμο Σάσα Σβετσόφ, τον «ακαδημαϊκό» Κωνσταντίνο κι εμένα, αυτό ήταν ό,τι έπρεπε. Όλη την εβδομάδα το μόνο που κάναμε ήταν να κολυμπάμε και να λιαζόμαστε, ώσπου στο τέλος αυτή η κατάφωρη απραξία προκάλεσε το σκυθρωπό εκνευρισμό του οικοδεσπότη π. Γρηγορίου.

Κάποια μέρα, μας σήκωσε πολύ νωρίς και ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι ο γλυκός καιρός για τους τεμπέληδες έλαβε τέλος: βρέθηκε δουλειά και για μας! Η μέρα ήταν ασυνήθιστα λαμπρή και ζεστή. Η γλυκιά θάλασσα πάφλαζε κοντά. Τι να τα λέμε, καθόλου δε θέλαμε να δουλέψουμε. Όμως δε μπορούσαμε αντισταθούμε κι έτσι μετά το πρωινό ακολουθήσαμε απρόθυμα τον π. Γρηγόριο μέχρι την περιοχή που μας είχε καθορίσει για εργατικούς άθλους. Ήταν στην άλλη άκρη της πόλης. Ο διάκονος μας πήγε σε ένα μισογκρεμισμένο τούβλινος σπίτι, το οποίο είχε αγοράσει κοψοχρονιά την προηγούμενη και μας διέταξε να κατεδαφίσουμε προσεκτικά τα ερείπια, ώστε με τα οικοδομικά υλικά να μπορέσει να φτιάξει προσθήκη για καλοκαιρινή κουζίνα. Η δουλειά θα ήταν μακρά, βαριά και κυριολεκτικά σκονισμένη.

Ρίξαμε ένα μέρος του τοίχου, μετά ξεκολλούσαμε το ένα τούβλο μετά το άλλο, τα καθαρίζαμε από το παλιό τσιμέντο και τα τακτοποιούσαμε προσεκτικά για το φόρτωμα στο αμάξι. Μόλις μας ανέθεσε τη δουλειά ο π. Γρηγόριος αμέσως ευθύμησε. Έδεσε το κεφάλι του με ένα μεγάλο άσπρο μαντήλι, που τον έκανε να μοιάζει με μουσάτο πειρατή, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα του κι έφυγε για να φέρει φορτηγό, υποσχόμενος ότι θα γυρίσει σε πέντε ώρες.

Όλες αυτές τις πέντε ώρες κατεδαφίζαμε θλιμμένα τον ψηλό τοίχο και εν τέλει σχηματίσαμε ολόκληρο βουνό από καθαρά τούβλα. Έκανε ανυπόφορη ζέστη. Ήμασταν λουσμένοι στον ιδρώτα και η σκόνη είχε λασπώσει το σώμα μας από την κορφή ως τα νύχια. Τελικά στις τρεις το μεσημέρι εμφανίστηκε πάνω στο φορτηγό ο π. Γρηγόριος. Ευτυχώς είχε αποφασίσει να νοιαστεί για μας κι έφερε ένα δεκάλιτρο μπετόνι νερό, για να προλάβουμε τέλος πάντων να ετοιμάσουμε τα τούβλα του, πριν πεθάνουμε από τη δίψα.

Αφού ήπια, έσπευσα να κάτσω στο μοναδικό μέρος που είχε σκιά, κάτω από το μισο γκρεμισμένο τοίχο. Η σκιά έφτανε ακριβώς για έναν άνθρωπο κι εγώ βολεύτηκα ακριβώς σ’ αυτή. Όμως η ευτυχία δεν κράτησε πολύ. Ο διάκονος με φώναξε κι αναγκάστηκα να αφήσω απρόθυμα τη δροσερή εκείνη θέση. Δε θυμάμαι τι με έβαλε να κάνω –κάποια ψιλοδουλειά θα ήταν- αλλά όταν έκανα να επιστρέψω χαιρόταν ήδη τη σκιούλα ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος. Γύρισα από δω, από ‘κει –πουθενά δεν είχε μέρος να βολευτώ. Απομακρύνθηκα.

Εκείνη τη στιγμή ο Κωνσταντίνος παρατήρησε ότι ο Σάσα Σβετσόφ κατέβαζε το τέταρτο ή πέμπτο ποτήρι νερό. «Ε, θα το πιεις όλο!», του φώναξε ο ακαδημαϊκός. «Άσε και λιγάκι!».

Εκείνος χωρίς να του δώσει σημασία έπινε επιδεικτικά το ένα ποτήρι νερό πίσω απ’ τ’ άλλο. Ο Κωνσταντίνος του χύμηξε, άρπαξε το ποτήρι κι ο πονηρός Σάσα, αφήνοντάς το χωρίς μάχη, έτρεξε στον αγαπητό τοίχο και κάθισε στη σκιά.

Τον κοιτούσαμε με ζήλεια. Όμως κι ο Σάσα δεν κατάφερε να ευχαριστηθεί για πολύ. Ο διάκονος Γρηγόριος, βλέποντάς μας και πάλι να τεμπελιάζουμε, φώναξε: «Μπα, δροσίζεστε ‘κει πέρα; Γρήγορα να φορτώσετε τα τούβλα! Έχω πληρώσει τον οδηγό μόνο για μια ώρα. Και δε θα δώσω εξαιτίας σας τρία ρούβλια παραπάνω!».

Συρθήκαμε υπάκουα να εκτελέσουμε τη διαταγή. Ο ίδιος ο π. Γρηγόριος πήγε στην αγαπητή σκιά και κάθισε ικανοποιημένος κάτω από τον τοίχο.

Ό,τι ακολούθησε έγινε μέσα σε μια στιγμή. Εμείς κουβαλούσαμε τούβλα στο φορτηγάκι, όταν ακούστηκε ένας υπόκωφος γδούπος. Γυρνώντας είδαμε ότι πάνω από το μέρος που είχε μόλις καθίσει ο π. Γρηγόριος υψωνόταν ένα παχύ σύννεφο σκόνης. Ο τοίχος είχε αναπάντεχα καταρρεύσει! Τρέξαμε και διακρίναμε μέσα από το θολό προπέτασμα της σκόνης τον δυστυχισμένο διάκονο, σκεπασμένο από ένα σωρό σπασμένων τούβλων. Εμένα μού έκανε μεγάλη εντύπωση το δέσιμο στο κεφάλι του: από άσπρο μεταβαλλόταν σε κόκκινο. Ήταν σαν τις ταινίες με τους κόκκινους αξιωματικούς. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν: «Ποιος πρόλαβε να του δέσει κιόλας επίδεσμο;» Και τότε συνειδητοποίησα ότι το μαντήλι που τύλιγε τα μαλλιά του μούλιαζε στο αίμα κι όρμησα πάνω του μαζί με τους άλλους.

Ο διάκονος ήταν αναίσθητος. Ορμήσαμε να τον ελευθερώσουμε από τα τούβλα. Ο οδηγός του φορτηγού έφυγε ολοταχώς για τις πρώτες βοήθειες. Οι γιατροί ήρθαν μετά από μισή ώρα. Μόλις είδαν τον π. Γρηγόριο μουρμούρισαν συνοφρυωμένα ότι είναι πολύ άσχημα και τον πήραν αμέσως για εγχείρηση. Μετά το συμβάν ο π. Γρηγόριος βρισκόταν επί οχτώ μήνες σε διάφορα νοσοκομεία, έκανε αρκετές εγχειρήσεις, αλλά για πολύ καιρό ακόμα δε μπορούσε ούτε να ιερουργήσει ούτε να επιστρέψει στην προτέρα του κατάσταση.

Το ίδιο απόγευμα εμάς –τον Κωνσταντίνο, τον Αλέξανδρο κι εμένα- μας απασχολούσε το ερώτημα: Γιατί να βρεθεί ο π. Γρηγόριος σε κείνη τη θέση τη στιγμή που ο τοίχος κατέρρευσε; Αφού όλοι μας καθίσαμε από κάτω του, έστω και για λίγα λεπτά. Γιατί να πέσει συγκεκριμένα πάνω στον διάκονο;  Τι συνέβαινε στον πνευματικό κόσμο εκείνη την ώρα και οι άγγελοι-φύλακές μας μας έσερναν με διάφορα προσχήματα μακριά από εκείνο το καταραμένο μέρος; Ή μήπως όλα ήταν απλά μια σύμπτωση;

Αυτά τα ερωτήματα μας είχαν αναστατώσει τόσο, που πήγαμε για απάντηση στον π. Ανδριανό. Ο παππούλης σκέφτηκε και απάντησε:

«Δε θα μπορέσω να απαντήσω στην ερώτησή σας. Θα πω μόνο (αυτό δεν προέρχεται από το μυστήριο της εξομολόγησης ούτε είναι μυστικό) ότι ο π. Γρηγόριος τελεί εδώ και αρκετά χρόνια τη Λειτουργία χωρίς να εξομολογείται. Κι εγώ ο ίδιος κι οι ιερείς του ναού του, του έχουμε πει πολλές φορές ότι αυτό θα τελειώσει άσχημα. Όμως ο π. Γρηγόριος κουνούσε απλώς το χέρι: «Δεν είναι απαραίτητο. Μετά θα εξομολογηθώ». Κι όλο ανέβαλλε κι ανέβαλλε την εξομολόγηση. Εγώ περίμενα ότι θα του τύχει συμφορά. Δε μπορούμε να αστειευόμαστε με αυτά τα πράγματα».

Μετά από λίγες μέρες λάβαμε τελικά την ευλογία του π. Ανδριανού και βγήκαμε στα βουνά, κουβαλώντας πάνω μας τα βαριά σακκίδια με τα πράγματα του π. Ραφαήλ. Προσφέρθηκε να μας οδηγήσει μια ντόπια μοναχή, γύρω στα 40, εκπληκτικά δυνατή –έριξε στους ώμους της το πιο βαρύ δέμα.

Περπατούσαμε μόνο τη νύχτα με το φως του φεγγαριού, σκαρφαλώναμε αδέξια στα απόκρημνα ορεινά μονοπάτια, γατζωνόμασταν στις πέτρες και τα κλαδιά των ροδόδεντρων. Την ημέρα σταματούσαμε σε μοναχικά κελιά για να αποφύγουμε συναπαντήματα με κυνηγούς.

Βλέπαμε ίχνη από αρκούδες και ελάφια. Τρώγαμε γλυκό ορεινό μέλι. Γνωριστήκαμε με μοναχούς των βουνών. Κάποιοι από αυτούς ήταν αληθινοί ασκητές. Συζητούσαμε μαζί τους, βοηθούσαμε στις επισκευές των κελιών που ήταν χτισμένα από κορμούς δέντρων σχισμένων με τσεκούρι.

Χρειάστηκε να μείνουμε δυο μέρες σε μια πολύ καλή, ηλικιωμένη, μεγαλόσχημη μοναχή. Γύρω περιπλανώνταν κυνηγοί. Μέσα σ’ αυτέ στις δυο μέρες καταβροχθίσαμε όλο το απόθεμα τροφίμων που είχε κουβαλήσει η μοναχή για το χειμώνα. Δε θέλαμε να της το κάνουμε αυτό αλλά έτσι  νέοι όπως ήμασταν είχε ανοίξει τόσο άγρια η όρεξή μας από το βουνήσιο αέρα που δε μπορούσαμε να συγκρατηθούμε. Ξεπετούσαμε σαν κουρδισμένοι τις κονσέρβες, τις τηγανητές πατάτες και τα πληγούρια. Η μειλίχια μοναχή μόλις που προλάβαινε να μας μαγειρεύει. Δεν είπε λέξη, αλλά όπως μάθαμε εκ των υστέρων, νιώθοντας ντροπή γι’ αυτό, αναγκάστηκε μετά την αναχώρησή μας να κατέβει από τα βουνά και να ετοιμάσει πάλι προμήθειες για  το χειμώνα.

Την έκτη μέρα του ταξιδιού μας συναντήσαμε επιτέλους κοντά σε ένα ορεινό ρυάκι τον ιερομόναχο Παΐσιο, το φίλο του π. Ραφαήλ, ένα νεαρό χαρούμενο και μορφωμένο μοναχό που ζούσε εκεί ήδη μερικά χρόνια.

«Παΐσιε!», φώναξε τσιριχτά ο μικρόσωμος Ραφαηλάκος και όρμησε προς το μέρος του περνώντας μέσα από το ρυάκι.

‘Έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία. Κουβαλήσαμε μέσα από το ορμητικό ρεύμα τα πράγματα του π. Ραφαήλ και αφού αποχαιρετιστήκαμε κινήσαμε για το ταξίδι του γυρισμού, συζητώντας την αιτία και το σκοπό που εμφανίστηκαν ξαφνικά στη ζωή μας αυτά  τα βουνά, οι νέοι άνθρωποι και οι ασυνήθιστες αυτές περιπέτειες…

 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Σχεδόν Άγιοι»
του Αρχιμ. Τύχων Σεβκούνωβ

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πριν απο μερικούς μηνες ειχα παει σ ενα μοναστηρι.Εκει γνωρισα ενα μοναχο ο οποιος ειχε εγκαταλείψει την αρχιτεκτονική σχολη στο δευτερο ετος.Μου ειπε πως στο πανεπιστημιο ειχε κανει κακες συναναστροφες και αυτη ηταν η αιτια οπου βγηκε απο το δρομο της Εκκλησίας .Ξαφνικα λοιπον μια Κυριακη αφου βγηκε απο την Εκκλησια αποφασισε να επανορθώσει

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ