Ιεραποστολή: ποια προσόντα χρειάζονται (Α’)

0
167
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Για να εργαστεί όμως κάποιος ιεραποστολικώς, πρέπει να κατέχει ορισμένα προσόντα. Τα προσόντα αυτά βασικά είναι πνευματικά. Ποια είναι αυτά;

1. Το πρώτο που χρειάζεται είναι η προσπάθεια και ο αγώνας να σώσει πρώτα ο πιστός τον εαυτό του. Να εργάζεται και να καλλιεργεί την ψυχή του. Να καταρτίζεται ο ίδιος και να φροντίζει να προοδεύει πνευματικώς.

Διότι πώς μπορεί να ωφελήσει τους άλλους, να τους παρακινήσει να γνωρίσουν το Σωτήρα Χριστό, ενώ ο ίδιος παραμελεί τον εαυτό του και παρουσιάζει στη ζωή του χτυπητά ελαττώματα; Πώς να βοηθήσει άλλες ψυχές, όταν προηγουμένως δεν φροντίζει για τη δική του; Σε τέτοια περίπτωση θα ισχύει γι’ αυτό η παροιμία της Αγίας Γραφής: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. δ΄ 23). Όπως επίσης και ο λόγος του Κυρίου, που είπε από άλλη αφορμή:

«Πώς δύνασαι λέγειν τω αδελφώ σου· αδελφέ, άφες, εκβάλω το κάρφος το εν τω οφθαλμώ σου, αυτός την εν τω οφθαλμώ σου δοκόν ου βλέπων;» (Λουκ. στ΄ 42).

Πρέπει λοιπόν πρώτα να διορθώνει κανείς τον εαυτό του ή να αγωνίζεται ειλικρινώς γι’ αυτό και τότε παραλλήλως να βοηθεί αδελφικώς και με ταπείνωση και αγάπη και τους γύρω του.

Είναι δηλαδή απαραίτητο και βασικότατο γνώρισμα του εργαζομένου ιεραποστολικώς η συνέπεια. Η καλή και ενάρετη ζωή, το άγιο παράδειγμα. Όταν υπάρχει αυτό, τότε πείθει πολύ περισσότερο από τα λόγια. Αυτό είναι η μεγαλύτερη απόδειξη και βεβαίωση, ότι όσα συνιστούμε στους άλλους είναι αληθινά και σωτήρια, το ότι εμείς πρώτοι τα ζούμε στην καθημερινή μας ζωή.

Διαφορετικά θα μας πουν εκείνοι, προς τους οποίους κάνουμε ιεραποστολή, τη γνωστή παροιμία· «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν κρατούσες».

Πάλι ο ιερός Χρυσόστομος μας λέει σχετικώς:

«Πριν από τα λόγια, ας πείθουμε τους άλλους με το βίο μας. Αυτή είναι η μεγάλη μάχη που θα δώσουμε, η διά των έργων… Διότι και αν φιλοσοφούμε με πολλά λόγια, αλλά δεν παρέχουμε στους άλλους παράδειγμα ζωής, ανώτερο από τη ζωή τους, τότε «το κέρδος ουδέν». Γιατί δεν προσέχουν οι άλλοι στα λεγόμενά μας, αλλά ερευνούν αυτά που κάνουμε. Και μας λένε· εσύ πρώτος να πεισθείς στα λόγια σου και έπειτα να συμβουλεύεις τους άλλους. Γιατί, εάν μου περιγράφεις τα αναρίθμητα αγαθά της μελλούσης ζωής, εσύ όμως μένεις προσκολλημένος στα γήινα σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο, τότε τα έργα σου μου φαίνονται πιο πιστευτά από τα λόγια σου».

(Χρυσοστόμου, εις την προς Κορινθίους Α΄ λόγος γ΄ 40)

2. Ένα δεύτερο προσόν, που πρέπει να διαθέτει ο ιεραποστολικώς εργαζόμενος, είναι η αγάπη προς τους ανθρώπους. Αν δεν αγαπάς τον πλησίον, δεν μπορείς να γίνεις καλός Σαμαρείτης ψυχών. Αν δεν τον αγαπάς, δε θα τον θρέψεις και ποτίσεις πνευματικώς. Αλλά θα μείνεις αδιάφορος, όπως ο ιερέας και ο λευίτης της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη, που είδαν τον τραυματία, αλλά τον προσπέρασαν, σαν να μην είχαν κανένα χρέος απέναντί του.

Αν δε σου προξενεί πόνο η απώλεια τόσων ψυχών, η πνευματική νέκρωση, που τυλίγει στα δίχτυα της τόσες αθάνατες ψυχές, τότε δε θα κάνεις τίποτε. Χρειάζεται λοιπόν αγάπη ειλικρινής προς τον πλησίον, για να αναλάβει κανείς το ιεραποστολικό έργο.

3. Εκτός από την αγάπη, πρέπει να αισθάνεται κανείς και ευθύνη για τις ψυχές που χάνονται. Ευθύνη και πόνο και οδύνη για τις «εικόνες του Θεού», που έχουν κυλίσει στη λάσπη της αμαρτίας ή στο σκότος των αιρέσεων.

Ναι, αδελφέ μου, έχουμε ευθύνη κι εμείς για τις ψυχές που χάνονται δίπλα μας. Βεβαίως την πρώτη ευθύνη την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος ελευθέρως διαλέγει το δρόμο του.

Ωστόσο και η δική μας απραξία, η δειλία και νωθρότητα αποτελούν μια ακόμη αιτία απώλειας τόσων ψυχών. Επομένως η ευθύνη μας είναι σοβαρή. Η δε συναίσθηση της ευθύνης αυτής πρέπει να γίνεται κινητήρια δύναμη, για να εργαζόμαστε ιεραποστολικά.

Ο ιερός Χρυσόστομος έχει και ως προς το ζήτημα αυτό να μας πει κάτι:

«Το να αμελούμε για τους αδελφούς μας, δεν είναι μικρό κακό, αλλά αίτιο τελειωτικής κολάσεως. Και αυτό αποδεικνύεται από την τιμωρία του τρίτου δούλου της παραβολής των ταλάντων. Αυτός δεν καταδικάστηκε για το είδος της ζωής του ή επειδή σπατάλησε το τάλαντό του. Γιατί αυτό το επέστρεψε ακέραιο. αλλά καταδικάστηκε, επειδή δεν εργάστηκε με το τάλαντό του. Κι εμείς λοιπόν, όσο κι αν είμαστε ενάρετοι και συγκροτημένοι, όσο κι αν έχουμε πολλή επιθυμία για την ανάγνωση των Αγίων Γραφών, δε θα κερδίσουμε τη σωτηρία μας μόνο με αυτά. Πρέπει να διπλασιάσουμε το τάλαντο. Και το διπλασιάζουμε, όταν μαζί με τη δική μας σωτηρία φροντίζουμε και για τη σωτηρία των άλλων».

4. Άλλο προσόν του ιεραποστόλου είναι η πεποίθηση ότι ο Κύριος είναι ο μοναδικός Σωτήρας των ανθρώπων. Ότι Εκείνος μόνο μπορεί να αναπαύσει και να ειρηνεύσει τις ψυχές. Εκείνος αποτελεί τη μοναδική απάντηση στα ερωτήματα και τις αναζητήσεις των ανθρώπων. Εκείνος που ήλθε «επί γης ειρήνη», που έγινε άνθρωπος, για να μας θεώσει, να μας ανεβάσει στη μακαριότητα της βασιλείας του Θεού.

Πράγματι, κανένα άλλο αγαθό, καμιά άλλη δύναμη δεν μπορεί να χαρίσει στον άνθρωπο τη σωτηρία, την ειρήνη και χαρά, παρά μόνο ο Κύριος Ιησούς. Γι’ αυτό, προς το Χριστό πρέπει να οδηγούμε τους ανθρώπους. Με Εκείνον να τους συνδέουμε. Όχι με τον εαυτό μας ή με οποιοδήποτε ανθρώπινο σύστημα, γιατί τότε θα διαπράξουμε αμαρτία. Το Χριστό να προβάλλουμε στους ανθρώπους. Και ο Χριστός βρίσκεται μέσα στην αγία, αποστολική και ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Από το βιβλίο «Εκστρατεία Ιεραποστολής» του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Π. Χαραλαμπίδη,
θεολόγου – ιεροκήρυκα, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ο Σωτήρ».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ