Πίστη και Έργα

0
33
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Αν ποθούμε τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να έχουμε πολλή προσοχή και επιμέλεια και προθυμία στην εργασία των εντολών του Θεού. Για να σωθούμε, δε φτάνει μόνο να πιστεύουμε στον αληθινό Θεό και να είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Πρέπει και να αγωνιζόμαστε «τον καλό αγώνα», να ζούμε «ἀξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν», δηλαδή να κάνουμε και έργα χριστιανικά, αφού είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί και τιμημένοι με το όνομα του Χριστού.

Ας μη νομίζουμε πως θα σωθούμε μόνο με την πίστη. Η πίστη χωρίς έργα δεν ωφελεί σε τίποτα. Ο Κύριος βέβαια είπε ότι «ὁ πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δε ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ο Ίδιος όμως είπε και τούτο: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘‘Κύριε, Κύριε’’ εἰσελεύσεται εἰς την βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν το θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». και ο Απόστολος Παύλος γράφει για κείνους που δεν έχουν καλά έργα: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δε ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοί ὄντες και ἀπειθεῖς και προς πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἀδόκιμοι».

Αν σωζόταν κανείς μόνο με την πίστη, τότε όλοι θα εξασφάλιζαν εύκολα τη σωτηρία. Γιατί «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Ας θυμηθούμε αυτό που έλεγαν οι δαίμονες με το στόμα της «μαντευομένης παιδίσκης» των Φιλίππων για τους αποστόλους Παύλο και Σίλα: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἴτινες καταγγέλουσιν ὑμῖν ὁδόν σωτηρίας». Αυτοί λοιπόν οι δαίμονες, που πιστεύουν, καταδικάστηκαν στη γέενα του πυρός για τα πονηρά τους έργα.

Όπως το σώμα χωρίς την ψυχή είναι ακίνητο και ανενέργητο, έτσι και η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή. Ας ακούσουμε τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, που με τόση ενάργεια τονίζει: «Τι το ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δέ μη ἔχῃ; Μη δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν δέ ἀδελφός ἤ ἀδελφή γυμνοί ὑπάρχωσι και λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπη δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ‘‘ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε’’, μη δῶτε δε αὐτοῖς τά ἔπιτήδεια τοῦ σώματος, τι το ὄφελος; Οὕτω και ἡ πίστις, ἐάν μη ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστί καθ’ ἑαυτήν».

Μετά από αυτά, είναι φανερό πως πρέπει να έχουμε και έργα μαζί με την πίστη. Και όποιος έχει, είναι καλύτερος απ’ αυτόν που κάνει θαύματα. Αλήθεια, τι ωφελείται εκείνος που κάνει θαύματα τώρα, αλλά θα χάσει τη βασιλεία των ουρανών; Πώς θα σωθεί ακόμα κι ένας θαυματουργός, αν δεν έχει έργα, που θα τον δικαιώσουν; Να γιατί ο Χριστός προειδοποίησε ρητά: «Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῃ ἡμέρᾳ  ‘‘ Κύριε, Κύριε, οὑ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, και τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν;’’ Και τότε ὀμολογήσω ἀυτοῖς ὅτι ‘‘οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς × ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι την άνομίαν’’». Βλέπουμε λοιπόν, πως κι εκείνοι που έχουν χαρίσματα θαυματουργίας, προφητείας κ.ά., δε μπορούν να ωφελήσουν τον εαυτό τους χωρίς έργα.

Όποιος πιστεύει πραγματικά στο Θεό και στην πρόνοιά Του, αυτός σκορπίζει στους φτωχούς τα χρήματά του, ελπίζοντας ότι θα πάρει «μισθόν ἐκαντοταπλασίονα» και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Αυτό έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις: «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί το αὐτό και εἴχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα και τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον και διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε».

Όποιος πιστεύει, αγωνίζεται να ταπεινωθεί, μετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι πράος και ειρηνικός, μισεί την αδικία και αγαπάει τη δικαιοσύνη, γιατί θυμάται το ψαλμικό: «Ὁ ἀγαπῶν την ἀδικίαν μισεῖ την ἑαυτοῦ ψυχήν».

Όποιος πιστεύει, υπομένει αγόγγυστα κάθε πειρασμό, για να στεφανωθεί με το στεφάνι της άφθαρτης δόξας. Φυλάει τη σωφροσύνη και δε μολύνει τον εαυτό του με πορνείες και άλλες ακαθαρσίες, γνωρίζοντας πως όποιοι μολύνουν τα σώματά τους δεν θα σωθούν: «πόρνους γάρ και μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός».

Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν είναι οκνηρός και αμελής στην προσευχή, δεν κατακρίνει κανένα και δεν ακολουθεί «την εὐρύχωρον ὁδόν» , αλλά «την στενήν και τεθλιμμένην». Δεν αγαπάει τον κόσμο ούτε γονείς, ούτε αδέρφια, γυναίκα και παιδιά περισσότερο από τον Κύριο. Δεν ξεφαντώνει με μεθύσια και αμαρτωλά τραπέζια, όπου ακούγονται τραγούδια και λόγια άσεμνα, αλλά θυμάται το θάνατο και τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Γι’ αυτό προσεύχεται και νηστεύει και εγκρατεύεται και ετοιμάζεται όπως πρέπει, για να δώσει «καλήν ἀπολογίαν» στον ουράνιο Κριτή.

Όσοι πιστεύουν, αγαπούν τον Κύριο και μισούν τα πονηρά έργα. Δεν μνησικακούν εναντίον του αδελφού τους και δεν αποδίδουν κακό στο κακό. Κάνουν καλό σ’ αυτούς που τους κακομεταχειρίζονται, ευλογούν αυτούς που τους καταριώνται και υπομένουν καρτερικά αυτούς που τους κατατρέχουν. Όταν τους βρίζουν, χαίρονται. Έχουν αγάπη καθαρή, ανόθευτη και αληθινή, όπως ο Απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να λέει: «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοί ἐστί μεγάλη καί ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδία μου. Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τέτοια αγάπη είχε και ο προφήτης Μωϋσής, που όταν οι Ισραηλίτες αρνήθηκαν το Θεό και προσκύνησαν ένα είδωλο –ένα χρσό μοσχάρι-τους είπε: «Ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην × καί νῦν ἀναβήσομαι προς τον Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περί τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν». Και ανέβηκε στο όρος Σινά και είπε στο Θεό: «Δέομαι, Κύριε× ἡμάρτηκεν ὁ λαός οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεούς χρυσοῦς. Καί νῦν εἰ μέν άφεῖς αὐτοῖς την ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες × εἰ δέ μή, ἐξάλειψον κἀμέ ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας». Τέτοια διάθεση είχε και ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Μετά τῶν μισούντων τήν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».

Όσοι πιστεύουν δεν ξέρουν τι είναι υποκρισία ή κολακεία ή προσωποληψία, γιατί σ’ όλες τους τις ενέργειες είναι ευθείς, τίμιοι και ειλικρινείς. Δεν υπερηφανεύονται και δεν υψηλοφρονούν για τους επαίνους και τις κολακείες, που τους κάνουν οι άλλοι. Αποστρέφονται τον κόσμο της αμαρτίας, ακολουθώντας την υπόδειξη του αποστόλου Παύλου: «Οὐδείς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι αρέσῃ. Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ».

Όσοι πιστεύουν, δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν είναι πλεονέκτες, δεν κοινωνούν ανεξομολόγητοι, δεν κατακρίνουν τους άλλους. Με δύο λόγια, βαδίζουν προσεκτικά και σταθερά στο δρόμο των εντολών του Χριστού και πιστεύουν σ’ Αυτόν όχι με τα λόγια, αλλ’ «ἐν έργῳ καί ἀληθείᾳ».

Βλέπετε τώρα πώς ζουν όσοι πιστεύουν; Λοιπόν πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε κάποιον πιστό, όταν είναι φτωχός σε έργα;

Αν πιστεύουμε πραγματικά, ας πολεμήσουμε την αμαρτία και ας αφήσουμε κάθε κακό, που μέχρι τώρα κάναμε. Ας αγωνιστούμε με προθυμία, για να βρεθούμε έτοιμοι μπροστά στον Κύριο τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Ας ξυπνήσουμε από τον ύπνο της αμέλειας. Ας επανορθώσουμε τα σφάλματά μας και ας διώξουμε τους πονηρούς λογισμούς. Ας προσπαθούμε να εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, για να στεφανωθούμε απ’ Αυτόν και να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών.

 

Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Απόσταγμα πατερικής σοφίας»
της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ