Μάθε να περιμένεις (α΄)

1
232
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

«Εκτός από φανατικούς Έλληνες ακροατές έχετε καταφέρει να κλέψετε τις καρδιές και των δικών μου αγγέλων, της τάξης μου. Πώς έγινε αυτό; Με τον μύθο των χελιδονιών και τη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε χελιδόνι για να τα σώσει, που είχατε αναφέρει σε μια εκπομπή σας. Αυτό τον μύθο είχα ηχογραφήσει στο κινητό μου και όταν μετά το Πάσχα έκανα μάθημα για την άνοιξη, τους έβαλα να το ακούσουν. Η γαλήνια φωνή σας, η υπέροχη μουσική αλλά και ο τρόπος αφήγησής σας συνεπήρε τα νήπιά μου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αποζητούν να ακούσουν συνέχεια την ιστορία. Την έχουμε ακούσει ήδη 4 φορές και αναμένεται και συνέχεια όπως γίνεται με ό,τι αγαπούν» 

Κύπρος (e-mail)

Υπάρχει μια λέξη που ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να την αντέξει. Υπάρχει μια λέξη που κι ο μεγάλος στην ηλικία δυσκολεύεται να τη βιώσει. Αυτή όμως τη λέξη την έχει πολύ αγκαλιάσει ο Θεός μας. Είναι η οικεία πραγματικότητά του. Ποια είναι αυτή η λέξη; Η λέξη «Υπομονή».

Αυτή τη λέξη σκέφτομαι να σας πω σήμερα, ως απάντηση στο μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτημάτων που θέτετε, των προβλημάτων που έχετε, των μηνυμάτων που έχετε στείλει, των επιστολών και των e-mail που έχετε γράψει σ΄αυτή την εκπομπή. Αλλά κι απ΄την επαφή που έχουμε με τον κόσμο, με τους αδελφούς μας στην Εκκλησία, στην Εξομολόγηση κι οπουδήποτε βρισκόμαστε και βλεπόμαστε, καταλαβαίνω ότι η απάντηση σε πολλά απ΄ τα προβλήματα που όλους μας απασχολούν είναι αυτή η λέξη.

Πρέπει να μάθεις να κάνεις υπομονή. Όχι απλώς να λες τη λέξη αυτή στους άλλους, «κάνε υπομονή», ούτε μόνο να τη διαβάζεις σε βιβλία κι ομιλίες, αλλά να ‘ναι κυρίως το προσωπικό σου βίωμα, το χαρακτηριστικό σου. Αξίζει για μερικά πράγματα να περιμένεις. Είναι ανάγκη να περιμένεις. Εργάζεται ο Θεός. Μόνο που έχει τους δικούς του ρυθμούς .Ο Θεός εργάζεται πολύ υπομονετικά. Κι η φύση το ίδιο κάνει. Ένα λουλουδάκι θ’ ανθίσει όταν έρθει η ώρα του. Δες ακόμα την αλλαγή των εποχών. Παρατήρησε επίσης πώς μεγαλώνει το σώμα μας. Όλα αυτά αλλάζουν, αλλά σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς απ’ αυτούς που μας έχει συνηθίσει η τρελή κοινωνία μας. Αυτό το τρέξιμο, αυτός ο πανικός η ταραχή που μας κάνει όλους τόσο πολύ βιαστικούς, αφήνουν τον Θεό αμέτοχο. Ο Θεός δεν μπαίνει σ’ αυτούς τους τρελούς ρυθμούς μας. Κινείται στους ρυθμούς της δικής του αγάπης και της δικής του υπομονής. Ο Κύριος δεν έχει άγχος, ο Κύριος κινείται ήρεμα.

Μάθε το κι εσύ. Όλα να γίνονται ήρεμα. Ηρέμησε και μάθε να περιμένεις και να μη βιάζεσαι. Μάθε στη ζωή σου, να μη θες να μπαίνει ο Θεός στο δικό σου άγχος άλλωστε να αγχώνεις ακόμα και το Θεό  αλλά προσπάθησε εσύ να μπαίνεις στο κλίμα του Θεού. Στο κλίμα ακριβώς αυτής της υπομονής, της απαντοχής, της ηρεμίας, ώστε να μοιάζεις εσύ στο Θεό κι όχι αυτός σε σένα. Η προσευχή θα σου χαρίσει αυτό το δώρο. Δεν είναι εύκολο να το νιώσεις. Αν θες, κάνε προσευχή να το καταλάβω κι εγώ αυτό και να το ζήσω. Δεν μπαίνει ο Θεός στον τρελό ρυθμό μας. Κι ευτυχώς. Διότι αυτό που ζούμε εμείς είναι κάτι σπασμωδικό κι αρρωστημένο. Πώς αλλιώς να ονομάσεις αυτό το τρεχαλητό που μας πιάνει. Ο Κύριος όμως έχει το δικό του ρυθμό. Δεν είναι σαν κι εμάς. Εργάζεται, αλλά όχι όπως θέλουμε εμείς. Εμείς θέλουμε εδώ και τώρα. Κι ο Θεός μας λέει , «Γιατί δεν κοιτάτε να διδαχτείτε απ’ τον εαυτό σας; Γιατί δεν κοιτάτε την κατασκευή σας, τη φύση σας, ώστε να κατανοήσετε πώς σας έχω πλάσει; Δεν καταλαβαίνετε ότι σας έχω δώσει αφορμές να θυμάστε την υπομονή; Πότε έμεινες έγκυος; Πριν μήνες. Και πότε θα γεννήσεις το παιδάκι σου; Μετά από εννέα μήνες. Γιατί; Εφόσον το παιδί σου αυτό υπάρχει μέσα από την ίδια στιγμή της σύλληψης, γιατί δεν γεννιέται την άλλη μέρα; Δε θα μπορούσα Εγώ, ο Θεός να κάνω το παιδί να γεννιέται την άλλη μέρα; Ναι, αλλά σε διδάσκω και μ’ αυτόν τον τρόπο, εσένα που θα γίνεις μάνα, να περιμένεις. Και εσένα που θα γίνεις πατέρας, επίσης. Να περιμένεις κι εσύ». Μαθαίνεις την υπομονή.

Γεννιέται το παιδί σου και θέλεις απότομα να μεγαλώσει και έρχονται επισκέπτες σπίτι και ρωτάς, «Πώς το βλέπετε; Άλλαξε; Μεγάλωσε; Ψήλωσε, ε; Κοιτάξτε πώς έγινε. Τα δάκτυλά του. Κοιτάξτε κάτι ποδαράκια. Πώς μεγάλωσαν τα ποδαράκια του!» και θα ευχόσουν, ει δυνατόν, να ‘χει ένα απότομο αυξητικό τίναγμα, να είναι ένας μεγάλος άνθρωπος γρήγορα. Ο Κύριος με τον τρόπο αυτό σού λέει, «Είδες πώς μεγαλώνει το παιδί σου; Σιγά σιγά, ήρεμα. Θα μεγαλώσει με ήρεμο ρυθμό». Αυτοί είναι οι ρυθμοί του Θεού. Οι ρυθμοί της υπομονής.

Ο Κύριος το ξέρει αυτό πολύ καλά. Γι΄ αυτό κι αναφέρει στην αγία Γραφή ότι σαράντα χρόνια περίμενε τους Ισραηλίτες όταν βγήκαν απ΄ την Αίγυπτο, να πάνε στη γη της επαγγελίας. Βγήκαν κι ούτε ήξεραν κι αυτοί ότι θα κάνουν σαράντα χρόνια. Έλεγαν «Ε, θα φτάσουμε προσεχώς. Αλλά αυτό το «προσεχώς» πόσο να είναι άραγε; Δε νομίζουμε να είναι πάνω από λίγους μήνες. Πόσο θα κρατήσει αυτή η πορεία;». Όμως δεν ήταν απλώς λίγος ο καιρός που βάδιζαν. Ήταν σαράντα ολόκληρα χρόνια. Σαράντα χρόνια έκανε κι ο Κύριος υπομονή μαζί τους. Αν διαβάσετε το Ψαλτήρι, θα το δείτε. Πολύ ωραίο το Ψαλτήρι του Δαυίδ, και λέει πολλά για την υπομονή. Και την υπομονή που κάνει ο Θεός σε μας τους ανθρώπους και την υπομονή που κάνουμε εμείς για το Θεό και τον περιμένουμε. Μου ΄κανε πολλή εντύπωση αυτό που διάβασα σ΄ ένα ψαλμό, ότι οι Ισραηλίτες πολλές φορές στρέφονταν στα είδωλα και «οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν τοῦ θεοῦ». Και ερμηνεύει δίπλα ό,τι, «δεν περίμεναν να δουν τι σχέδιο έχει ο Θεός γι΄ αυτούς». Ήταν ανυπόμονοι. Κάτι ετοίμαζε ο Θεός προκειμένου να τους βοηθήσει, αλλά αυτοί δεν περίμεναν. Γι΄ αυτό κατέφευγαν βιαστικά σ΄ ό,τι εμφανιζόταν μπροστά τους: Είδωλα, ψεύτικοι θεοί, εύκολες λύσεις, αμαρτίες, ασωτίες. Διάλεγαν βιαστικά και προτιμούσαν τα εύκολα. Τα ωραία πράγματα όμως θέλουν υπομονή. Δεν γίνεται αμέσως. Το καλό πράγμα, όντως, αργεί να γίνει. Κι αργεί να έρθει, κι είναι ανάγκη να το περιμένεις. Αν βιάζεσαι, πώς θα το χαρείς; Τους περίμενε ο Θεός σαράντα χρόνια. Για να μαλακώσουν και να ταπεινωθούν. Τους περίμενε με υπομονή, ώστε να λατρέψουν αυτόν κι όχι τα είδωλα.

Περίμενε ο Κύριος και για τη σάρκωσή του στον κόσμο. Μου ΄κανε πολλή εντύπωση αυτό που λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι ο Κύριος δεν σαρκώθηκε απλώς για να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας, αλλά κυρίως για να μας δείξει πόσο πολύ μας αγαπά. Από αγάπη σαρκώθηκε. Τις αμαρτίες μπορούσε να τις συγχωρέσει και έτσι όπως ήταν, στο χώρο της θεότητος. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Μπορεί να συγχωρέσει μ΄ ένα του λόγο, με μία του θέληση. Ποιος αντιστέκεται στη βουλή του Κυρίου; Το πρόβλημα δεν ήταν αυτό. Αλλά θέλησε λέει, ο άγιος Ισαάκ, τόσο πολύ να ταυτιστεί μαζί μας ο Θεός και γι΄ αυτό ενσαρκώθηκε. Από αγάπη απέραντη ήθελε να ενωθεί μαζί μας για να μας νιώσει, όπως ακριβώς είμαστε, στα μέτρα που είμαστε. Είμαι άνθρωπος. Έγινε λοιπόν κι αυτός άνθρωπος. Αυτή την αβυθομετρητή αγάπη του που τον έκανε να γίνει άνθρωπος, την κρατούσε με υπομονή πόσους αιώνες! Από τότε που έπλασε τον άνθρωπο περίμενε με υπομονή την κατάλληλη στιγμή να σαρκωθεί. Και έκανε υπομονή ο ίδιος ο Θεός. Και όταν γεννήθηκε ο Κύριος, πάλι έκανε υπομονή. Περίμενε με σιωπή. Κι ενώ μπορούσε από δώδεκα ετών να μιλήσει εντυπωσιακά και να καταπλήξει, έκανε υπομονή τριάντα χρόνια ώστε να παρουσιαστεί στη συναγωγή και να βγει από την αφάνεια στη δημόσια δράση, και να αναπτύξει το έργο του, να μιλήσει, να θαυματουργήσει.

Μάθε να κάνεις υπομονή. Αυτό λέμε σήμερα. Υπομονή, όπως μας υπομένει ο Κύριος. Όπως ήξερε να περιμένει ο Κύριος την κατάλληλη στιγμή. Αν δεν κάνεις υπομονή και βιάζεσαι, θα κάνεις λάθος κινήσεις. Σίγουρα κάποιες φορές το ‘χεις ζήσει αυτό. Ο βιαστικός άνθρωπος δεν κινείται σωστά. Κάνει πολλά λάθη διότι δεν σκέφτεται καθαρά. Και πρέπει να κάνει πάλι το μάθημα της υπομονής. Από την αρχή.

Πρέπει να περιμένεις. Όπως περίμενε ο Κύριος.

Περίμενε ο Κύριος και τον Ιούδα. Τρία χρόνια υπομονή. Όλους τους αγίους Αποστόλους τούς περίμενε ο Χριστός, αλλά ιδιαιτέρως τον Ιούδα. Τρία χρόνια τον περίμενε να αλλάξει, να μετανιώσει. Του ‘δινε ευκαιρίες, μία, δύο, τρεις, άπειρες, δεν ξέρουμε πόσες ευκαιρίες τού έδωσε. Σίγουρα πολλές. Ώσπου ο Κύριος είδε ότι η υπομονή αυτή δεν μπόρεσε να αλλάξει τον Ιούδα. Ο Ιούδας ένα βράδυ πήγε με αναμμένα φανάρια και ρόπαλα, με τη ρωμαϊκή φρουρά, για να συλλάβουν τον Κύριο. Ο Κύριος όμως τον περίμενε. Τον περίμενε να τον ασπαστεί με αγάπη, κι όχι να δεχτεί προδοτικό φίλημα. Λένε μάλιστα πως όταν ο Κύριος σταυρώθηκε, αν πήγαινε ο Ιούδας στο Σταυρό του Χριστού, αυτό θα του ‘λεγε πάλι ο Κύριος: «Ήρθες; Σε περίμενα». Και θα του ‘λέγε ο Ιούδας «Μα εγώ, Κύριε, σε πρόδωσα. Εγώ σε αρνήθηκα. Εγώ τους έφερα σε σένα να σε σταυρώσουν. Εγώ είμαι η αιτία που οδηγήθηκες στο Σταυρό, που σε βρήκαν, που συνέλαβαν». Κι ο Κύριος θα του ‘λεγε, «Εγώ, Ιούδα, ακόμα σ’ αγαπώ και σε περίμενα, με υπομονή. Και τώρα ακόμα, αφού μετανιώνεις, σε συγχωρώ». Και θα του ‘δινε κουράγιο. Δε θα του ‘κλεβε ποτέ την ελπίδα. Δε θα τον έκανε ποτέ να χάσει την πίστη στη δύναμη της μετάνοιας. Αλλά ο Ιούδας δεν πήγε στο Σταυρό. Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είχε υπομονή. Γεννήθηκε μέσα του μόνο η μεταμέλεια, αλλά για να ‘ρθει κι η μετάνοια έπρεπε να ‘χει υπομονή. Αλλά δεν είχε. Τον έπιασε πανικός, λειτούργησε ο εγωισμός του, αγχώθηκε η ψυχή του, δεν ήλπισε στο Θεό, δεν πίστεψε στη δύναμη της μετάνοιας και της αγάπης του Χριστού. Κι απελπισμένος, ανυπόμονος, χωρίς να περιμένει τη χάρη του Θεού να τον αλλάξει, πήγε κι έβαλε τέρμα στη ζωή του. Και σ΄αυτή τη ζωή και στην άλλη. Την έχασε και την άλλη κι αυτή.

Είναι ανάγκη να περιμένεις. Ο σπόρος που φυτεύεις ν΄ ανθίσει, θέλει χρόνο να καρπίσει. Φυτεύεις σπόρους. Είσαι μάνα. Είσαι πατέρας. Είσαι φοιτητής και φοιτήτρια. Είσαι μαθητής και μαθήτρια. Είσαι γέροντας, γερόντισσα. Ό,τι και αν είσαι, σπέρνεις. Διαρκώς σπέρνεις σπόρους. Να έχεις τη βεβαιότητα ότι ο σπόρος σου θ΄ ανθίσει. Αυτά που λες θα πιάσουν τόπο. Αλλά για να γίνει αυτή η ανθοφορία και καρποφορία, θέλει να περιμένεις. Δε θα γίνει τώρα αμέσως. Αυτό που λες στο παιδί σου σήμερα, δεν πάει χαμένο. Μα δε θα δεις το θαύμα μετά από πέντε λεπτά. Δεν αποκλείεται βέβαι κι αυτό. Μπορεί να επιτρέψει ο Κύριος να δεις μια αλλοίωση γρήγορη κι απότομη, ταυτόχρονη με τα λόγια σου. Αλλά, κατά κανόνα, ο Κύριος -για να μας έχει όλους στην ταπείνωση και την αγάπη, για να μας μάθει να ελπίζουμε στη δική του επέμβαση και προστασία και βοήθεια- μας λέει, «Περίμενε. Είπες την καλή κουβέντα; Περίμενε. Λες σήμερα κάτι καλό στο παιδί σου; Να είσαι βέβαιος, δεν πάει χαμένο. Θα το δεις». Μαθαίνεις στο παιδί σου τρόπος αληθινής ζωής με το βίωμά σου, με το παράδειγμά σου; Αυτή τη στιγμή σπέρνεις, ρίχνεις σπόρους στην καρδούλα του παιδιού. Πρέπει να περιμένεις, όμως. Θα πιάσει τόπο ο σπόρος. Σε βλέπουν τα παιδιά που μελετάς την αγία Γραφή, βιβλία χριστιανικά, λογοτεχνία κι άλλα βιβλία χρήσιμα. Εκείνη την ώρα ξέρεις τι κάνεις; Σπέρνεις κάτι δυνατό μες στην ψυχούλα τους, τους μιλάς, τους δίνεις ένα μήνυμα. Σε βλέπει το παιδί να μπαίνεις στο δωμάτιό σου, να γονατίζεις και να κάνεις λίγη προσευχή. Σε βλέπει το παιδί σου μέσα στον πανικό ενός οικογενειακού προβλήματος να ‘σαι ήρεμος. Κοιτάει το πρόσωπό σου μες στην καταιγίδα και βλέπει ότι έχεις ειρήνη, ενώ γύρω σου όλοι μιλάνε για πόλεμο. Και λέει, «Κοίταξε. Ο πατέρας μου, ενώ τώρα γίνεται πανικός και στο σπίτι έχουμε προβλήματα, κοίταξέ τον. Είναι ψύχραιμος. Είναι ήρεμος. Κυβερνά την κατάσταση. Η μητέρα μου, κοίτα πόσο ψύχραιμα αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες της ζωής. Έχει γαλήνη στην καρδιά της. Δε θυμώνει, δε φωνάζει, δε μισεί, δεν αντιδρά, δεν αντιπαθεί». Μ’ όλ’ αυτά που κάνεις, ξέρεις τι κάνεις; Φυτεύεις σπόρους γύρω σου. Σπόρους ζωής κι αλήθειας, με τεράστια δύναμη. Και μετά ξέρεις τι κάνεις; Εσύ πας και κοιμάσαι, ξυπνάς, πας στη δουλειά σου, κάνεις τις υπόλοιπες εργασίες σου. Κι ο σπόρος αυτός δουλεύει στην καρδούλα του παιδιού σου. Χθες το βράδυ σε είδε το παιδί να ‘σαι ήρεμη στο πρόβλημα που έχετε στο σπίτι, και την άλλη μέρα πας για δουλειά κανονικά. Κι όμως, αυτή η εικόνα που μπήκε στην καρδούλα του παιδιού, δουλεύει. Το σποράκι που πέφτει στη γη, έχει την ίδια πορεία. Πάει το νεράκι μετά, και το χαϊδεύει το σπόρο. Κι όταν χαϊδεύει, αρχίζει και ξυπνάει ο σπόρος. Και μετά φουσκώνει, μετά σκάει ο σπόρος κι έρχεται η ώρα του, μετά από μέρες και μήνες -όταν έρθει η ώρα- και βγάζει πρασινάδα. Αρχίζει να μεγαλώνει κι αρχίζει μετά να φαίνεται αυτό που εδώ και πολύ καιρό ήδη γινόταν. Μια αύξηση και μια καρποφορία, που δε φαινόταν. Αλλά υπήρχε μυστικά και γινόταν.

Το λέει πολύ ωραία αυτό ο άγιος Χρυσόστομος. Λέει ότι το χειμώνα, όταν το χιόνι σκεπάζει τη γη, κάτω απ΄αυτό το σιωπηλό, άσπρο σεντόνι, κρύβεται μια ολόκληρη ζωή. Εσύ δε βλέπεις τίποτα. Λες «Νεκρή φύση». Τα κλαδιά ξερά, στεγνά. Η φύση νεκρωμένη. Δε βλέπεις πρασινάδα. Άσπρο το σεντόνι της γης με το χιόνι. Κι όμως από κάτω ξέρεις τι γίνεται; Μια ολόκληρη ζωή ετοιμάζεται. Ετοιμάζονται αυτοί οι σπόροι που την άνοιξη θα δώσουν τη ζωή και θα κάνουν αυτό το χωράφι που τώρα είναι νεκρωμένο χωρίς ίχνος ζωής -δε φαίνεται πουθενά ζωή- ν’ ανθίσει και να πρασινίσει. Τι πρέπει να κάνει ο γεωργός; Υπομονή. Να περιμένει. Αξίζει όμως τον κόπο.

Είναι ανάγκη να περιμένεις. Να μην βιάζεσαι στη ζωή και θα δεις αποτελέσματα. Και να μην απογοητεύεσαι. Μην αφήσεις την απογοήτευση να τσακίσει την καρδιά σου. Διότι με την απογοήτευση, αρρωσταίνεις. Δε σε βοηθάει.

Να περιμένεις αγαπητέ μου αδελφέ, να περιμένεις να γυρίσει. Ξέρεις πού αναφέρομαι γιατί εσύ μου το ‘πες: «Περιμένω και ακόμα δε βλέπω τίποτα. Περιμένω το παιδί μου, πάτερ, να γυρίσει». Που ‘ναι το παιδί σου; Μου το ‘γραψες. Πόσες σελίδες είχες γράψει. Πέντε-έξι σελίδες. Όχι, δεν με κουράζεις. Τα διαβάζω όταν μπορώ και έχω άνεση αυτά τα γράμματα. Τα διαβάζω μπροστά στις εικόνες και στον Κύριο. Έξι σελίδες μες στον πόνο, μες στην πίκρα και τη θλίψη. Είσαι μάνα, είσαι πατέρας και το λες: «Το παιδί μου έχει μπλέξει κι έχει φύγει. Έχει μπλέξει με παραθρησκευτικές ομάδες, με αιρέσεις, με βουδισμούς, με χαλάρωση, αυτοσυγκέντρωση, διαλογισμούς και τέτοια και τι θα κάνω; Του μιλάω και δεν καταλαβαίνει». Κι εσύ μου ‘πες ότι έχει φύγει η γυναίκα σου. Είναι φοβερό αυτό που σου συμβαίνει. «Και περιμένω, πάτερ. Δεν απογοητεύομαι. Περιμένω να γυρίσει. Δεν ξέρω τι κάνει, δεν ξέρω που ‘χει μπλέξει, δεν ξέρω με ποιον είναι, με ποιους έχει σχέσεις τώρα. Τι να πω δεν ξέρω. Περιμένω. Κάνω υπομονή».

«Ὑπομένων, ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου». Με υπομονή έκανα υπομονή. Περιμένω τον Κύριο. Θέλει υπομονή για να κάνεις υπομονή. Παράδοξο σχήμα έτσι όπως είναι γραμμένο κι ακούγεται: Με υπομονή κάνω υπομονή. Να περιμένεις τον άνθρωπό σου, το σύζυγό σου που ‘χει φύγει, το παιδί σου που αντιδρά και φεύγει. Όλα αυτά θέλουν υπομονή. Σήμερα κάνει επανάσταση, ναι. Διαμαρτύρεται κι αντιμιλά. Και τι σου λέει ο πνευματικός σου; Τι να σου πει. Πας και λες «Πάτερ, βρείτε μια λύση». Ε, τι λύση να σου πει ο άνθρωπος. Τι θες να σου πει, δηλαδή. «Να κάνεις προσευχή και υπομονή». «Και πότε, πάτερ, θ’ αλλάξει το παιδί μου;» «Δεν ξέρω το πότε. Εσύ όμως θα περιμένεις» «Μα, πάτερ, δε μου δίνει σημασία. Του μιλάω και με προσβάλει. Του μιλάω και με βρίζει. Πώς θα κάνω υπομονή; Πώς θα το αντέξω αυτό; Πώς θα το αντέξω; Μα μέχρι χθες, μέχρι χθες, το παιδί μου αυτό μ’ είχε πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και τώρα δε θέλει να με ρωτάει, δε θέλει τίποτα» «Και ξέρετε τι θυμάμαι;» μου ‘πε μια μάνα. «Θυμάμαι, πάτερ, όταν το παιδάκι μου ήτανε μικρό και έπρεπε να πάω να δω ένα θέατρο μια φορά με το σύζυγό μου, να δούμε ένα ωραίο έργο. Κι έπρεπε να το αφήσουμε το παιδάκι μας στην αδερφή μου να το κρατήσει για ένα βράδυ. Και δεν ήθελε τότε ο μικρός μου να μ’ αποχωριστεί. Δεν ήθελε να πάει, δεν μπορούσε ν’ αντέξει, δεν καθόταν χωρίς εμένα. Και αυτό το παιδάκι που δεν μπορούσε χωρίς εμένα, τώρα εμένα δε με θέλει. Θέλει όλους τους άλλους, τους φίλους, τους γνωστούς του, και δε θέλει εμένα. Που, κάποτε, δεν μπορούσε χωρίς εμένα. Προτιμά να λείπει από κοντά μας, απ’ το σπίτι για ώρες και για μέρες. Η χαρά του είναι να λείπει, να φεύγει, να πηγαίνει αλλού. Και εγώ, πάτερ, πώς θ’ αντέξω; Πώς θα κάνω υπομονή να γυρίσει πίσω το παιδί μου; Περιμένω ν’ ακούσω το κλειδί στην πόρτα το βράδυ, να ‘ρθει, να ησυχάσω, να μπορέσω να κοιμηθώ. Και λέω «άντε να γυρίσει. Άντε να γυρίσει». Κοιτάω το ρολόι και πάει εντεκάμισι, πάει δώδεκα, πάει δωδεκάμισι, πάει δυόμισι, πάει τρεις. Και μια φορά γύρισε τεσσερισήμισι το πρωί. Κι εγώ περίμενα, περίμενα, περίμενα. Υπομονή ατελείωτη. Τι θα κάνω; Τι να κάνω; Δε μπορώ άλλο» «Τι να κάνεις; Να περιμένεις» «Πώς να περιμένω;» «Με πίστη. Μόνο με πίστη». Αν πιστεύεις στο Χριστό, θα περιμένεις. Αν δεν πιστεύεις στο Χριστό, δεν μπορεί να περιμένεις. Γιατί μόνο ο άνθρωπος που ελπίζει στη θεϊκή επέμβαση και βοήθεια, περιμένει. Ο άλλος κινείται ανθρώπινα και λέει «Θα κάνω τις δικές μου κινήσεις. Εγώ θα αναλάβω». Εσύ όμως, που τα δοκίμασες όλα τα δικά σου κι απογοητεύτηκες, και μετά από τόσα λάθη που έκανες, τώρα λες, «Μπα, δε βγαίνει τίποτα. Τα δικά μου τα δοκίμασα όλα. Έτρεξα, φώναξα, χτύπησα, έβρισα, μίλησα απότομα, το ‘πιασα απ’ το γιακά, το χαστούκισα, το κλείδωσα, έκανα πολλά. Και ξέρεις τι πέτυχα απ’ όλ’ αυτά; Απελπίστηκα. Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου. Απελπίστηκα απ’ τις παιδαγωγικές μου, απ’ τις τεχνικές μου, απ’ τις τακτικές μου, απελπίστηκα απ’ τα λόγια μου. Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου. Τι να κάνω;»

Και ξέρεις τι έχω να σου πω αν απελπίστηκες; Είσαι μακάριος. Διότι πέτυχες κάτι που άλλοι θ’ αργήσουν πολύ να καταλάβουν. Ποιο; Ότι ο άνθρωπος μόνος του είναι μια απελπισία σκέτη. Είναι προνόμιο να έχεις απελπιστεί ως γονέας. Πρόσεξε τι θα πω, να το εξηγήσω: όταν απελπιστείς απ’ τον εαυτό σου, είναι η πιο γόνιμη και πιο κατάλληλη στιγμή να ελπίζει στο Θεό σου. Είναι ωραίο να απελπίζεσαι απ’ τον εαυτό σου. Τότε στρέφεσαι στο Θεό.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης θεωρεί ότι για να αγαπήσεις το Χριστό και να στηριχθείς στο Θεό και να πιστέψεις σ’ αυτόν, απαραίτητη και βασική προϋπόθεση είναι να απελπιστείς πρώτα απ’ τον εαυτό σου. Τι θα πει αυτό; Να πεις «Εγώ δε μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου, ούτε μπορώ να βοηθήσω τον άλλον μόνος μου. Δε μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου εγώ μόνος μου. Έχω απελπιστεί». Και τι να κάνω μετά; Να αρχίζει να ελπίζεις. Πού. Στο Χριστό.

Να ελπίζεις στο Χριστό. Όχι στον εαυτό σου. Τον εαυτό σου τον πίστευες τόσα χρόνια και τίποτε σωστό δεν κατάφερες. Στον εαυτό σου στηριζόσουν τόσο καιρό και τα ‘κανες θάλασσα. Στις δικές σου δυνάμεις πάταγες και απέτυχες παταγωδώς. Κι ευτυχώς το κατάλαβες. Ήρθε τώρα η ώρα να πιστέψεις στο Χριστό. Ήρθε η ώρα να πιστέψεις στη δική του δύναμη. «Μα» λέει «εγώ πιστεύω στο Χριστό». Ναι, λες ότι πιστεύεις, θεωρητικά, αλλά τόσα χρόνια τι έκανες; Τον έβαζες στην άκρη το Χριστό. «Μα πώς τον έβαζα στην άκρη;». Στην πράξη τον έβαζες στην άκρη. Θεωρητικά τον πίστευες, αλλά τι ήθελες; Ήθελες μόνος σου να τα βγάλεις πέρα σε όλα τα θέματα της ζωής. Εσύ να φωνάξεις, εσύ να τιμωρήσεις το παιδί. Εσύ να το ελέγξεις. Εσύ να το ανακρίνεις. Εσύ να κρατάς όλα τα θέματα στα χέρια σου. Νόμιζες ότι κυβερνάς τα πάντα: τη γυναίκα σου, το παιδί σου, τον άντρα σου, τη δουλειά σου. Κι είχες έναν εγωισμό τεράστιο. Κι αυτός ο εγωισμός δε σου χάρισε την υπομονή. Τώρα όμως ήρθε η ώρα ν’ αφήσεις όλα τα θέματα στα χέρια του Χριστού. Όχι στα δικά σου χέρια. Γιατί τα δικά σου χέρια κρατούν μέσα τους όλη την οργή κι όλο το θυμό, και όλο το πέλαγος του εγωισμού. Ενώ, κοίτα τα χέρια του Χριστού πόσο διαφορετικά είναι απ’ τα δικά σου χέρια. Τα χέρια του Χριστού είναι τρύπια και ματωμένα. Είναι τρυπημένα απ’ τα καρφιά που του βάλαμε. Κι επειδή ακριβώς τα χέρια του Χριστού είναι τρύπια, αφήνουν να γλιστρήσει από μέσα τους κάθε κακία, ρουφάνε κάθε αμαρτία, κάθε πάθος και στεναχώρια, γιατί ο Χριστός είναι ο «αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοὺ κόσμου». Αυτά τα χέρια αφήνουν το παιδί σου ν’ ανασάνει. Και αν το παιδί σου δει μέσα απ’ αυτά τα τρυπημένα χέρια, θα δει μόνο αγάπη, αγάπη, αγάπη. Και σεβασμό. Το κατάλαβες; Τώρα που το κατάλαβες, περίμενε. Περίμενε και θα δεις το θαύμα. Κάνε υπομονή. Τώρα που, μετά από τόση υπομονή, κατάλαβες κι έπιασες το νόημα της υπομονής, της αντοχής, της ταπείνωσης, περίμενε. Όλ’ αυτά -υπομονή, αντοχή, ταπείνωση- πάνε μαζί. Διότι για να περιμένεις πρέπει να ‘χεις ταπείνωση. Ο εγωιστής δεν αντέχει να περιμένει. Ενώ ο ταπεινός περιμένει και λέει «Ξέρει ο Θεός. Έχει ο Θεός τους δικούς του τους ρυθμούς. Το παιδί μου θα αλλάξει όχι όποτε θέλω εγώ, αλλά όποτε θέλει το ίδιο κι όποτε θέλει ο Θεός. Τότε θ’ αλλάξει το παιδί μου»…

(Συνεχίζεται…)

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αγάπη για πάντα»
του π. Ανδρέα Κονάνου

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Απ’ τις ωραιότερες προσεγγίσεις που έχω διαβάσει!
    Απίστευτο κείμενο…σε όλες του τις εκφάνσεις.

    Δόξα τω Θεώ!
    Και πάλιν ερώ δόξα!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ