Τα τρία αξιώματα του Κυρίου

0
71
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Τα 4-7 άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως:

«Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.»

Για να εισέλθουμε καλά στο νόημα του κεφαλαίου αυτού λέμε, ότι γενική ήταν η φθορά και η πνευματική κατάρρευση που υπέστη ο άνθρωπος με το προπατορικό αμάρτημα. Ιδιαιτέρως όμως τρία υπήρξαν τα μεγάλα κακά που παραμόρφωσαν τον άνθρωπο, τον οποίο «κατ’ εικόνα Θεού» έπλασε ο Θεός. Πρώτο ο σκοτισμός του νου του, ώστε να μη βλέπει την αλήθεια, να μη εννοεί το πρέπον και το δίκαιο και να μη μπορεί να διακρίνει καλά το καλό από το κακό, όπως του ήταν εύκολο αυτό πριν από την πτώση του. Δεύτερο, κυριεύθηκε από την αμαρτία και τα τυραννικά σαρκικά πάθη της και η θέλησή του υποδουλώθηκε σε αυτά, χωρίς να μπορεί να αντισταθεί και να τα κατανικήσει. Και τρίτο, το φοβερότερο από όλα, κατέστη ένοχος ενώπιον του Θεού του αγίου και καταδικάσθηκε σε θάνατο αιώνιο. Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός ως Σωτήρας και Λυτρωτής του ανθρώπου ήλθε να προσφέρει γενική ανόρθωση και λύτρωση στον άνθρωπο, ιδιαιτέρως να τον εξιλεώσει για τις αμαρτίες του, και να τον ειρηνεύσει με το Θεό διά της σταυρικής του θυσίας· να τον φωτίσει και τον οδηγήσει σε όλη την αλήθεια με την αγία του διδασκαλία, και να τον ελευθερώσει από τα δεσμά της τυραννικής δουλείας της αμαρτίας με τη θεία του χάρη και εξουσία. Αυτό υπήρξε το απολυτρωτικό έργο και τα επί μέρους τρία σωτήρια έργα και δωρήματα του Σωτήρος Χριστού. Και αυτά τα εργάσθηκε και τα έφερε εις πέρας ο Κύριος με το τριπλό αξίωμά του. Αυτό το αξίωμα του Κυρίου είναι ένα και το αυτό και ενιαίο. Παρουσιάζει όμως τρεις πλευρές για τις τρεις ιδιαίτερες ενέργειες του απολυτρωτικού του έργου και γι’ αυτό μπορούμε να μιλάμε για τρία αξιώματα του Χριστού, το προφητικό του αξίωμα, το αρχιερατικό του αξίωμα και το βασιλικό του αξίωμα. Αυτά ονόματα μόνο έχουν ιδιαίτερα. Στην ουσία είναι αδιαίρετα και αρρήκτως ενωμένα στο ένα και το αυτό πρόσωπο του θείου Λυτρωτή. Ας σημειωθεί ακόμα εδώ, ότι οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, που αφορούν το πρόσωπο του Μεσσία, παρουσιάζουν αυτόν ως προφήτη, ως ιερέα και ως βασιλιά. Δηλαδή με τα τρία του αξιώματα. Έτσι και ο απόστολος Παύλος, όταν μας λέει, ότι ο Κύριος Ιησούς «εγενήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε καί αγιασμός καί απολύτρωσις» (Α’ Κορινθ. α’ 30), μιλά βέβαια γενικώς για το απολυτρωτικό έργο του Χριστού, παρουσιάζει όμως και τις επί μέρους πλευρές του. Το προφητικό με το «σοφία», το αρχιερατικό με το «δικαιοσύνη τε και αγιασμός» και το βασιλικό με το «απολύτρωσις». Στο κεφάλαιο λοιπόν αυτό εξετάζουμε το απολυτρωτικό έργο του Κυρίου κάτω από τις τρεις αυτές μορφές.

Το Προφητικό έργο και αξίωμα του Χριστού

Ο Κύριος ως προφήτης, δηλαδή ως διδάσκαλος των θείων αληθειών, παρουσιάσθηκε στους ανθρώπους, μόλις άρχισε το δημόσιο έργο του. Όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης κήρυτταν το λόγο του Θεού, για να οδηγήσουν τους ανθρώπους στον αληθινό Θεό και το άγιο θέλημά του, έτσι και ο Κύριος. Αλλ’ όχι όπως ένας από τους προφήτες της Παλαιάς, αλλ’ ως Προφήτης, ο Μέγας, ο μέγιστος και υπερτέλειος των προφητών, ο Μοναδικός, ο Αρχιπροφήτης, προφήτης και διδάσκαλος, ο ύψιστος διδάσκαλος της ανθρωπότητας, που όμοιος όπως εκείνος δεν είχε παρουσιασθεί πριν, ούτε και στο μέλλον θα παρουσιασθεί. Διότι οι μεν προφήτες κήρυτταν κατ’ εντολή του Θεού και το λόγο Θεού. Ο Κύριος όμως, ως «ο μόνος σοφός Θεός» και η πηγή της αλήθειας, κηρύττει όσα άκουσε από τον Πατέρα, που είναι και δικά του θεία ρήματα ζωής αιωνίου. Και κάτι ακόμη· ο Κύριος κηρύττει «ως εξουσίαν έχων», ώστε οι λόγοι του να έχουν απόλυτο κύρος και πλήρη αποδοχή. Δηλαδή κηρύττει με τόση δύναμη και εξουσία και πειστικότητα, ώστε και οι εχθροί του ακόμη να ομολογούν, ότι «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος». Στο Χριστό απέβλεπαν οι λόγοι του προφήτη Ησαΐα: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με· ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με… κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν καί τυφλοίς ανάβλεψιν.» (Ησ. ξα’ 1). Και ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του, ότι είναι «η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή», ότι είναι «τό φώς του κόσμου» και ότι όποιος τον ακολουθεί «ου μή περιπατήση εν τή σκοτία, αλλ’ έξει τό φώς της ζωής» (Ιωάν. η’ 12). Διδάσκαλος και προφήτης με θείο και ουράνιο κύρος καλούσε τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν, για να βρουν κοντά του την ανάπαυση των ψυχών τους. «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς· άρατε τόν ζυγόν μου εφ’ υμάς καί μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμι καί ταπεινός τη καρδία, καί ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια’ 28, 29). Και όταν δίδασκε ο Κύριος, παρουσίαζε τον εαυτό του πρότυπο ηθικής τελειότητας με την εφαρμογή στη ζωή του όλων όσα δίδασκε. Επιπλέον έκανε και πολλά, αναρίθμητα θαύματα, όσα ποτέ προφήτης δεν έκανε, και με αυτά επικύρωνε τη θεία του διδασκαλία, επιβεβαίωνε και τη θεία καταγωγή και αποστολή του. Αυτά είχαν υπόψη και οι άγιοί του Απόστολοι και χαρακτηρίζουν το Διδάσκαλό τους ως «προφήτην δυνατόν εν έργω και λόγω εναντίον του Θεού και παντός του λαού» (Λουκ. κδ’ 19), ως «τον απόστολον της ομολογίας ημών», ο οποίος αξιώθηκε να λάβει πολύ μεγαλύτερη δόξα από ότι έλαβε ο Μωυσής (1).

Αυτό το προφητικό του αξίωμα συνεχίζει να το ασκεί ο Κύριος και στην Εκκλησία του πρωτίστως με τους επισκόπους και ιερωμένους, γενικώς δε με τους κήρυκες και διδασκάλους του Ευαγγελίου του, τους οποίους φωτίζει και καθοδηγεί με το Άγιό του Πνεύμα στο να διδάσκουν πλήρη και τέλεια τη δική του αλήθεια.

Το αρχιερατικό αξίωμα του Κυρίου

Αυτό είναι το κέντρο και η καρδιά του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου. Είναι το πλέον συγκινητικό, συναρπαστικό και φιλάνθρωπο έργο του, το οποίο όσο το σκέφτεται και το μελετά ο άνθρωπος κυριεύεται από βαθύτατη πίστη, αγάπη και ευγνωμοσύνη προς το θείο Σωτήρα και Λυτρωτή του. Το αρχιερατικό αξίωμα του Κυρίου περιλαμβάνει όλα τα πολύμορφα, τα φοβερά και οδυνηρά παθήματα, τα οποία με την ενανθρώπησή του υπέμεινε ο Κύριος από το σπήλαιο της Βηθλεέμ μέχρι του Γολγοθά. Και το κέντρο των παθημάτων του είναι  ο σταυρικός θάνατος, τον οποίο δέχθηκε αντί για μας και για χάρη μας, αντί των αμαρτιών όλου του ανθρώπινου γένους, αλλά και του κάθε ανθρώπου χωριστά. Και για τον καθένας μας ιδιαιτέρως. Ο άνθρωπος αμάρτησε, με την αμαρτία του εκείνη πρόσβαλε το Θεό, έβρισε τη θεία Μεγαλειότητα. Και η δικαιοσύνη, αλλά και η αγιότητα του Θεού απαιτούσαν τη τιμωρία του αμαρτωλού, και τιμωρία άλλη για το βαρύ ανόμημά του δεν υπήρχε από τον αιώνιο θάνατο. Και καταδικάσθηκε ο άνθρωπος, καταδικάσθηκε σε θάνατο. Καταδικάσθηκε, όπως του το προείπε ο Θεός· «ή δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού (από τον απαγορευμένο καρπό), θανάτω αποθανείσθε». Και πέθανε ο άνθρωπος. Πέθανε, ενώ ήταν πλασμένος να μην πεθάνει, αλλά να ζει. Χωρίσθηκε από το Θεό, ενώ η ζωή και η ευτυχία του εξαρτιόταν από το Θεό. Εξορίσθηκε από τον Παράδεισο, παραδόθηκε στη φθορά και τη δυστυχία, ρίχτηκε στην άβυσσο της απώλειας, έγινε ο πρώτος άσωτος ο πρωτόπλαστος και ο πρώτος θνητός και φθαρτός. Και είναι γεγονός ότι ο υιός του, ο δίκαιος Άβελ, δοκίμασε πρώτος το θάνατο, αλλ’ ακριβώς διότι ο θάνατος αυτός κατακληρώθηκε πρώτα ως καταδίκη στον πατέρα του, τον Αδάμ. Έγινε ο άνθρωπος το πρόβατο το απολωλός. Η δικαιοσύνη και αγιότητα του Θεού αυτό επέβαλε και αυτό έκανε ο δίκαιος κριτής.

Αλλ’ ο Θεός δεν είναι μόνο δίκαιος, είναι και αγαθός, πανάγαθος Θεός και Πατέρας γεμάτος αγάπη, ευσπλαχνία και στοργή προς το πλάσμα του. Και η αγάπη του Θεού ζητούσε να σωθεί ο αμαρτωλός άνθρωπος, να σωθεί από την ενοχή και καταδίκη και από τις συνέπειες της καταδίκης, από τη φθορά και το θάνατο. Η αγάπη και ευσπλαχνία του Θεού ζητούσε να δώσει στον ένοχο άφεση αμαρτιών. Να τον αποκαταστήσει στην αγάπη και τη βασιλεία του Θεού. Αλλά ποιος να σώσει τον άνθρωπο; Ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν αδύνατο να σώσει τον εαυτό του, αφού ήταν αμαρτωλός. Πολύ περισσότερο ήταν αδύνατο να σώσει και άλλους, να σώσει όλο το ανθρώπινο γένος. Χρειαζόταν θύμα αναμάρτητο και άγιο, πρόσωπο άπειρης αξίας και χάρης να αναλάβει τις αμαρτίες των ανθρώπων. Να τις αναλάβει και φορτωμένος, αίρων, όπως λέει η Γραφή, τις αμαρτίες τις δικές μας να υποστεί το θάνατο, στον οποίο ήταν καταδικασμένος ο άνθρωπος, να θυσιάσει τον εαυτό του τον άγιο υπέρ και αντί των αμαρτωλών ανθρώπων. Έτσι θα ικανοποιούσε τη θεία αγιότητα και δικαιοσύνη. Θα εξιλέωνε το Θεό και θα έσωζε από την καταδίκη τον ένοχο και αμαρτωλό. Και το πρόσωπο αυτό, το εξιλαστήριο θύμα, το βρήκε η αγάπη και η σοφία του Θεού, το βρήκε στο πρόσωπο του Υιού του. Πράγματι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εκείνος υπήρξε το πρόσωπο και το θύμα για την απολύτρωσή μας. «Ούτω, λέει ο Κύριος, ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ’ 16). Και ο Υιός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς, αφού πήρε σάρκα από την αγία Παρθένο και υπάρχοντας Θεός και άνθρωπος, αληθής Θεάνθρωπος, ήταν πρόσωπο άπειρης αξίας για τη θεότητα και για την αναμαρτησία και αγιότητά του. Το μόνο κατάλληλο και ικανό πρόσωπο για να σηκώσει τις αμαρτίες του κόσμου και να σώσει τον άνθρωπο. (2)

Το βασιλικό αξίωμα του Κυρίου

Τα δύο αυτά αξιώματα, το προφητικό και το αρχιερατικό, τα άσκησε ο Κύριος εδώ στη γη κατά τη δημόσια δράση του και ευρισκόμενος στην κατάσταση της ταπείνωσής του. Το βασιλικό του αξίωμα το άσκησε εν μέρει και πάνω στη γη σε ορισμένες περιπτώσεις, συνδυάζοντας αυτό πάντοτε με τα δύο άλλα του αξιώματα. Οι περιπτώσεις που παρουσιαζόταν και κατά τη δημόσια δράση του η βασιλική του εξουσία είναι, όταν κήρυττε με εξουσία τόση, ώστε να εκπλήσσονται τα πλήθη με τη διδαχή του. Όταν έθετε αποστομωτικά ερωτήματα στους εχθρούς του αρχιερείς και Φαρισαίους, ώστε να μην μπορούν αυτοί να αποκριθούν και να τρέμουν την παρουσία του. Όταν έκανε θαύματα, και μάλιστα αναστάσεις νεκρών και έβγαζε δαιμόνια από δαιμονισμένους κ.ο.κ. Αυτά είναι γεγονότα που μαρτυρούσαν πράγματι τη θεία του παντοδυναμία. Άλλη περίπτωση είναι η θριαμβευτική του είσοδος στα Ιεροσόλυμα κατά την Κυριακή των Βαΐων, οπότε ως βασιλιά τους τον ανυμνούσαν οι Ιουδαίοι, έστω και αν δεν μπορούσαν να εννοήσουν τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας του. Ήταν ακόμη η εκδίωξη των εμπόρων, που πωλούσαν και αγόραζαν στο ναό, ώστε οι Φαρισαίοι να του θέσουν και το ερώτημα· «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς;». Ήταν τέλος και η νίκη του πάνω στο σταυρό κατά του κακού και η συντριβή του σατανά, καθώς επίσης και η αναγνώρισή του ως βασιλιά από τον ευγνώμονα ληστή, ο οποίος του απηύθυνε και τη θερμή ικεσία· «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. κγ’ 42).

Αλλ’ η βασιλική του εξουσία εξέλαμψε με την κάθοδό του στον Άδη. Εκεί συνέτριψε πύλας χαλκάς και διέλυσε το βασίλειο του Άδη και ανέστησε τους νεκρούς που κοιμόνταν εκεί από αιώνες. Και έπειτα; Έπειτα αναστήθηκε από τους νεκρούς ως παντοδύναμος Θεός και Κύριος της ζωής και του θανάτου. Και αναστήθηκε, και διότι «ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι υπό της φθοράς τον Αρχηγόν της ζωής» και για να δώσει το θείο κύριος και τη θεία ισχύ προς σωτηρία των αμαρτωλών στη σταυρική του θυσία. Ακόμη και για να συναναστήσει με τον εαυτό του τον Αδάμ και όλο το ανθρώπινο γένος. Με την Ανάστασή του κατήργησε το θάνατο και δώρισε ζωή και αφθαρσία στο γένος των ανθρώπων. Τότε ο ίδιος διακήρυξε το· «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη’ 18). Από τότε και αφού αναλήφθηκε με δόξα στους ουρανούς, καθισμένος στα δεξιά του Θεού και Πατρός σε θρόνο βασιλικό κυβερνά την Εκκλησία του τη θριαμβεύουσα στους ουρανούς και τη στρατευόμενη πάνω στη γη, την οποία παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις των εχθρών και πολεμίων της την κρατά αήττητη βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Τελικά θα εκλάμψει η βασιλική του εξουσία κατά τη δεύτερη παρουσία του, οπότε θα έλθει με δόξα και με συνοδεία χιλιάδων Αγγέλων και Αρχαγγέλων για να καθίσει σε θρόνο βασιλικό και να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς ως κραταιός βασιλιάς Ουρανού και γης (3).

*  *  *

Υποσημειώσεις

(1) Αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας το ίδιο φρόνημα και την ίδια γνώμη σχετικά με τον Κύριο ως Προφήτη και διδάσκαλο έχουν. Ο θεοφόρος Ιγνάτιος τον αποκαλεί «το αψευδές στόμα», στο οποίο «ο Πατήρ ελάλησεν αληθώς» και γι’ αυτό είναι «ο μόνος διδάσκαλός μας». Ο δε Μέγας Αθανάσιος τονίζει την αναγκαιότητα της διδασκαλίας του Κυρίου και παρατηρεί, ότι η αληθής διδασκαλία και γνώση σχετικά με τον Κύριο «εκέκρυπτο», ήταν δηλαδή κρυμμένη και άγνωστη, λόγω «της ειδωλομανίας και αθεότητος», η οποία «κατείχε την οικουμένην». Και ρωτά· «Τίνος λοιπόν ήν διδάξαι περί Πατρός;». Ποιος ήταν σε θέση να μας διδάξει για τον Πατέρα-Θεό; Και απαντά· Άνθρωπος ήταν αδύνατον να πράξει αυτό, διότι κάθε άνθρωπος είχε τραυματιστεί και τυφλωθεί «παρά της δαιμονικής απάτης και της των ειδώλων ματαιότητος». Γι’ αυτό χρειάσθηκε να έλθει ο Λόγος του Θεού, ο «ορών (εκείνος που βλέπει) και ψυχήν και νουν», ο «και τα όλα εν τη κτίσει κινών (και εκείνος που κινεί και εξουσιάζει τα πάντα στην κτίση) και δι’ αυτών γνωρίζων τον Πατέρα», και «ως άνθρωπος εν ανθρώποις αναστρέφεται, ίνα αφ’ ών έργων ο Κύριος εργάζεται διά του σώματος, απ’ αυτών νοήσωσι την αλήθειαν και δι’ αυτού τον Πατέρα λογίσωνται». Ώστε με τα έργα που εργάζεται με το σώμα, με τη γλώσσα που κηρύττει, με τα χέρια που ευεργετεί και αγιάζει και θαυματουργεί, να εννοήσουν την αλήθεια και με την παρουσία και τα έργα του Χριστού, του Υιού του Θεού, να εννοήσουν τον Πατέρα. Και ο ιερός Αυγουστίνος λέει ως προς το προφητικό αξίωμα του Κυρίου· «Προσπάθησα να αποδείξω, ότι δεν υπάρχει διδάσκαλος που να διδάσκει την αλήθεια στους ανθρώπους εκτός από το Θεό, όπως άλλωστε έχει γραφτεί στο Ευαγγέλιο: Είς γαρ υμών εστιν ο διδάσκαλος, ο Χριστός». Και πράγματι, όπως λέει και ο ιερός Ευαγγελιστής· «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο μονογενής Υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εξηγήσατε» (Ιωάν. α’ 18). Και είχε ο Κύριος ως προφήτης, αυτός και η διδασκαλία του, ύψιστο και απόλυτο κύρος, ώστε να λέει ο ίδιος· «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. κδ’ 35).

(2) Και έγινε ακριβώς αυτό. «Είς υπέρ πάντων απέθανε» (Β’ Κορ. ε’ 18). Και ποιος αυτός ο Ένας; Ποιος; Ο ίδιος ο Χριστός, ο Μονογενής Υιός του Θεού. Και λέει ο Παύλος· «Χριστός υπέρ υμών απέθανε». «Έτι γάρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε» (Ρωμ. ε’ 6,8). Και «απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών» (Α’ Κορ. ιε’ 3). Πράγματι «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. Γ’ 13), κατά την Παύλο. Και κατά τον Πέτρο· ο Χριστός «τας αμαρτίας ημών ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α’ Πέτρ. β’ 24). Επάνω στο σταυρό, λοιπόν, ιερούργησε ο Κύριος Ιησούς ως μέγας και αιώνιος δικός μας Αρχιερέας το μυστήριο της απολύτρωσής μας με το να προσφέρει εξιλαστήριο θυσία τη δική του ζωή. Τότε με το τίμιο Αίμα του μας εξαγόρασε από την καταδίκη της αμαρτίας και μας παρέδωσε στο Θεό αγίους και άμωμους και άξιους της βασιλείας του.

Το ότι ο Κύριος είναι ι αιώνιος Αρχιερέας μας το προεικόνιζαν οι αρχιερείς της Π. Διαθήκης, ρητώς ακόμη το έλεγε στους Ψαλμούς του ο Δαβίδ· «Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψαλμ. ρθ’ 4). Το λέει και ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του (δ’ 14)· «Αδελφοί, έχοντες αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον Υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας», διότι «Χριστός παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών διά της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου… ουδέ δι’ αίματος τράγων και μόσχων, διά δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος». Επομένως «έχομεν αρχιερέα, ός εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς, των Αγίων λειτουργός και της σκηνής της αληθινής, ήν έπηξεν ο Κύριος, και ουκ άνθρωπος» (Εβρ. η’ 1,2 και θ’ 11,12). Και η σκηνή αυτή είναι η πανάγια ζωή του, την οποία θυσία άμωμη και αγία πρόσφερε προς τον Πατέρα για χάρη μας. Έτσι καλείται ο Χριστός «ιλασμός περί των αμαρτιών ημών» και «ιλαστήριον θύμα», «ο Αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», και το Αίμα του «λύτρον» που προσφέρθηκε «αντί πολλών». Και όπως ο ίδιος έλεγε, όταν παρέδιδε κατά τον Μυστικό Δείπνο το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας· «Τούτο εστι το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενων εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. κστ’ 28).

Από τους αγίους Πατέρες πάλι, οι οποίοι παρουσιάζουν τη θυσία του Χριστού εξιλαστήρια για τις αμαρτίες μας, αναφέρουμε το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος λέει, ότι ο Κύριος «υπέρ πάντων την θυσίαν ανέφερεν αντί πάντων τον εαυτού ναόν εις θάνατον παραδούς». «Άρτι δε ο Λόγος εις εαυτόν εδέξατο το κρίμα και τω σώματι παθών υπέρ πάντων σωτηρίαν τοις πάσι εχαρίσατο». Και η θυσία αυτή μας χάρισε άπειρα, απείρου αξίας αγαθά. Είπαμε πρώτο την άφεση των αμαρτιών. Έπειτα τη συμφιλίωση με τον Πατέρα, αφού «εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του Υιού αυτού» (Ρωμ. ε’ 10). Και συνέχεια την ειρήνη, τη χαρά, τη βασιλεία των ουρανών, την αιώνια ζωή και μακαριότητα. Κάλυψε όλες τις αμαρτίες μας η θυσία του Χριστού μας και μας χάρισε πολύ περισσότερα δώρα και χαρίσματα, όπως λέει και ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων και ο ιερός Χρυσόστομος· «Ου τοσαύτη ήν των αμαρτωλών η ανομία, όση του υπεραποθνήσκοντος η δικαιοσύνη· ου τοσούτον ημάρτομεν, όσον εδικαιοπράγησεν ο την ψυχήν υπέρ ημών τεθεικώς» (Ο Κύριλλος). Δεν ήταν τόσο μεγάλη η ανομία των αμαρτωλών ανθρώπων, όση ήταν η αρετή και αγιότητα και αξία εκείνου που πέθανε για τους αμαρτωλούς. Δεν αμαρτήσαμε τόσο πολύ εμείς, όσο υπήκοος και άγιος φάνηκε προς το Θεό ο Χριστός, που θυσίασε τη ζωή του για χάρη μας. Και ο Χρυσόστομος· «πολλώ πλείονα ών οφείλομεν κατέβαλεν ο Χριστός, και τοσούτω πλείονα, όσω προς ρανίδα μικράν πέλαγος άπειρον». Πολύ περισσότερα από όσα χρωστούσαμε εμείς κατέβαλε ο Χριστός, και τόσο πιο πολλά, όσο είναι μια σταγόνα μικρή μπροστά σε ένα απέραντο πέλαγος.

(3) Το βασιλικό αξίωμα του Κυρίου η Αγία Γραφή το εξαίρει, όταν παρουσιάζει τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να λέει προς την Παρθένο της Ναζαρέτ κατά τον Ευαγγελισμό της, ότι εκείνος ο οποίος θα γεννηθεί από αυτή «έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυΐδ του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις του αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος» (Λουκ. α’ 32-33). Και οι Μάγοι, όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα κατά τον καιρό της γέννησης του Ιησού, ρωτούσαν «πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ματθ. β’ 2), ομολογώντας αυτόν βασιλιά. Αλλά και το ψαλμικό χωρίο· «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου» (Ψαλμ. ρθ’ 1), βασιλιά το Μεσσία χαρακτηρίζει με ασύγκριτη βασιλική εξουσία. Παρομοίως και σε πολλά άλλα μέρη η Γραφή βασιλιά τον ονομάζει, και η Αποκάλυψη ως βασιλιά τον παρουσιάζει, ο οποίος τελικώς θα θριαμβεύσει και θα συντρίψει όλους τους εχθρούς του. Είναι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων. Το όνομά του είναι «βασιλεύς βασιλέων και κύριος κυρίων» (Αποκ. ιζ’ 14 και ιθ’ 16). Τέλος το χωρίο της προς Φιλιπ. β’ 9-11, ότι ο Θεός μετά την μέχρι του σταυρικού θανάτου ταπείνωση και υπακοή του Χριστού «αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψει επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός», μπορεί να κλείσει και το θέμα για το βασιλικό αξίωμα του Κυρίου Ιησού Χριστού.