Η Πίστη

0
523
Εκτύπωση Εκτύπωση
1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
Loading...

Αυτά περί της Θρησκείας και των πηγών της Θρησκείας μας. Για να γνωρίσουμε όμως τη Θρησκεία μας και να καταστήσουμε κτήμα μας και εφόδιο της ζωής μας τα όσα διδάσκει και παραγγέλλει η Θρησκεία μας, τα δόγματά της και τις εντολές της, πρέπει να πιστεύσουμε σε όσα μας διδάσκει η Θρησκεία μας. Μόνο διά της πίστεως και εγκολπωνόμαστε και γνωρίζουμε τα της Θρησκείας μας. Διά της Πίστεως. Γι’ αυτό και με το Πιστεύω αρχίζουμε το Σύμβολο της Θρησκείας μας. Αλλά:

1. Τι είναι Πίστη;

Πίστη είναι η βεβαιότητα και πεποίθηση που αποκτά ο άνθρωπος όχι από άμεσο αντίληψή του, να βλέπει με τα μάτια του, να πούμε, τα της Θρησκείας πρόσωπα και πράγματα, να τα πιάνει με τα χέρια του, να τα ακούει με τα αυτιά του κ.ο.κ. – αυτή είναι γνώση, δεν είναι πίστη. Πίστη είναι το να μάθει και να παραδεχθεί γεγονότα και πράγματα που ούτε τα είδε ούτε τα άκουσε ο ίδιος, αλλ’ οι άλλοι τον πληροφορούν και τον βεβαιώνουν γι’ αυτά. Άλλοι που αυτοί τα είδαν και τα άκουσαν, του τα βεβαιώνουν πως είναι αληθινά. Και επειδή σε αυτούς αυτός έχει εμπιστοσύνη, παραδέχεται πως δεν τον γελούν, αλλά του λέγουν την αλήθεια και ότι τα όσα του εκθέτουν είναι σωστά και αληθινά. Π.χ. υπάρχει η Ασία και η Αφρική, υπάρχει η Ρώμη και η Νέα Υόρκη, ο Ιορδάνης ποταμός και το όρος Σινά. Δεν πήγε αυτός εκεί να τα δει και επομένως να ξέρει από προσωπική του αντίληψη πως υπάρχουν. Είναι βέβαιος όμως ότι υπάρχουν και δεν αμφιβάλλει καθόλου γι’ αυτά. Δηλαδή πιστεύει. Άλλο· έγινε η μάχη του Μαραθώνα; Έγινε. Έγινε η Επανάσταση του 1821 με τους θαυμαστούς ήρωές της; Έγινε. Έγινε ο πόλεμος του 12-13; Έγινε και αυτός. Πώς το ξέρουμε; Λάβαμε μέρος σε αυτούς; Ίσως μερικοί να έλαβαν στον τελευταίο. Αλλά στους άλλους κανείς μας. Αμφιβάλλουμε όμως περί του αν έγιναν; Όχι. Όλοι παραδεχόμαστε πως έγιναν. Δηλαδή πιστεύουμε. Πιστεύουμε στις ειδήσεις, τις πληροφορίες και βεβαιώσεις άλλων. Αυτό, λοιπόν, θα πει πίστη. Πεποίθηση που σχηματίζουμε από τις πληροφορίες άλλων. Αν δε εξετάσουμε τα όσα ξέρουμε και αποτελούν το θησαυρό των γνώσεών μας, θα δούμε πως τα πιο πολλά από αυτά, τα 80, τα 90 τοις εκατό, για να μη πει κανείς περισσότερα, τα γνωρίζουμε, επειδή τα πιστεύουμε. Δεν τα γνωρίζουμε από αυτοψία, αλλά τα πιστεύουμε από μαρτυρίες και βεβαιώσεις άλλων. Όλη η επίγεια ζωή μας, όλη η γνώση μας και όλη η επιστήμη μας επάνω στην πίστη στηρίζεται. Έτσι είχε δίκαιο ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων που έλεγε· «πάντα τά ἐν τῷ κόσμῳ τελούμενα τῇ πίστει τελεῖται» (1). Δηλαδή, όλα όσα γίνονται σε αυτόν τον κόσμο, γίνονται, διότι όλα τα γεγονότα και τα πράγμα στηρίζονται στην πίστη. Πιστεύουμε πως στο ταξίδι μας θα πάμε καλά και ταξιδεύουμε. Πιστεύουμε πως με την εγχείρηση που θα κάνουμε θα θεραπευθούμε και δεχόμαστε να εγχειριστούμε. Πιστεύουμε πως το φαγητό που τρώμε δε θα μας βλάψει και το τρώμε. Αν δεν πιστεύαμε πως είναι καλό, στο στόμα μας δε θα το βάζαμε. Και πολλά τέτοια της ζωής μας γεγονότα στην πίστη βασίζονται (2).

2. Τι είναι θρησκευτική πίστη;

Θρησκευτική πίστη είναι η απόλυτη πεποίθηση και βεβαιότητα που έχουμε, ότι υπάρχουν πρόσωπα και πράγματα, ότι έλαβαν και θα λάβουν χώρα γεγονότα, τα οποία είναι αόρατα, αλλά και ακατάληπτα. Αυτά ούτε με το μάτι ούτε με τη λογική του μπορεί να τα συλλάβει ο άνθρωπος και να τα εννοήσει. Είναι αθέατα και ανεξερεύνητα. Ακόμη πίστη θρησκευτική είναι η ολόψυχη αποδοχή και ευλαβής τιμή και προσκύνηση υπερφυών προσώπων και μυστηρίων. Ρωτά κανείς. Πώς τα παραδεχόμαστε τότε και τα προσκυνούμε; Στηριζόμαστε στην απόλυτη αυθεντία της θείας Αποκάλυψης, η οποία μας προσφέρει τις θείες αυτές αλήθειες και τις αποδεχόμαστε με όλη μας την ψυχή. Δεν ερευνούμε. Δεν ρωτάμε το πώς και το γιατί, αφού η πίστη δεν είναι ούτε έρευνα ούτε αυτοψία και ψηλάφηση, όπως ζητούσε ο απόστολος Θωμάς, αλλ’ ανεξέλεγκτος αποδοχή και συγκατάθεση σε όσα η Θρησκεία μάς αποκαλύπτει. Ο Θεός αποκαλύπτει τα άγνωστα, φανερώνει τα κρυμμένα και εμείς λέμε Ναι, Αμήν, και ακολουθούμε. Έτσι η πίστη «αισθάνεται τα αόρατα και νοητά ως ορατά και ψηλαφητά, τα αποκείμενα ως ήδη προκείμενα, τα απόντα ως εγγύς παρόντα». Εκείνος που πιστεύει, δηλαδή, όχι απλώς παραδέχεται και συμφωνεί με αυτά που πιστεύει, αλλά και τα αισθάνεται ζωντανά. Αισθάνεται αυτά που δεν βλέπονται, αλλά μόνο νοούνται, ως ορατά και χειροπιαστά, εκείνα που ανήκουν στο μέλλον, ότι είναι τώρα εμπρός του, τα απόντα ως να είναι παρόντα και τα βλέπει. Και γίνεται τούτο, διότι όπως λέει ένας σοφός διδάσκαλος της Εκκλησίας, ο Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδείας· «μόνῃ τῇ πίστει πτερωθείς ὁ νοῦς εἰς τά ὑπέρ φύσιν ὑπερφυῶς ὑπερφέρεται». Όταν φωτισθεί με το φως της πίστης ο νους του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος με το φωτισμένο νου του εισέρχεται στον κόσμο των ουρανίων θείων αληθειών, τις οποίες με αυτό το θείο φωτισμό τις βλέπει καθαρά και με ευλάβεια τις προσκυνεί.

3. Ο ορισμός της Πίστης

Να αναφέρουμε τον ορισμό της Πίστης που δίνει ο απόστολος Παύλος. «Πίστις ἐστίν, ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Εβρ. ια΄ 1). Τούτο σημαίνει πως πίστη είναι απόλυτη βεβαιότητα και ασάλευτη πεποίθηση, ότι εγώ ο πιστός θα απολαύσω στο μέλλον αγαθά τα οποία τώρα δεν υπάρχουν, φαίνεται πως δεν υπάρχουν, αλλά τα ελπίζω, τα περιμένω δηλαδή με ζωντανή ελπίδα, περιμένω να πραγματοποιηθούν και να τα απολαύσω. Τέτοια είναι η ανάσταση των νεκρών, η δεύτερη του Χριστού παρουσία, η μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, η αιώνια ζωή και βασιλεία. Ο Χριστιανός πιστεύει, δηλαδή ελπίζει, πως θα απαλλαγεί από την τυραννία της αμαρτίας, πως θα εξομοιωθεί με το Χριστό, πως θα αναστηθεί εκ νεκρών και θα κληρονομήσει την ουράνια βασιλεία. Ακόμα και σε ζητήματα της επιγείου ζωής. Ελπίζει ότι οι υποσχέσεις του Θεού να μας προστατεύει σε κάθε κίνδυνο της ζωής μας και να μας σώζει από πειρασμούς και αμαρτίες, θα πραγματοποιηθούν. Αυτά ως προς τα ελπιζόμενα. Αλλά «πίστις ἐστίν» και «πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων», πραγμάτων και προσώπων. Το ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός. Γεγονός ανεξέλεγκτο. Και όμως αληθινό το παρουσιάζει η Πίστη. Το ότι ο Σωτήρας μας Χριστός είναι πρόσωπο ιστορικό, που έζησε πάνω στη γη. Ότι γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παναγία Παρθένο. Ότι σταυρώθηκε, ότι αναστήθηκε, ότι αναλήφθηκε στον Ουρανό και το ότι κάθισε στα δεξιά του Πατρός του, ότι θα έλθει πάλι κατά τη δευτέρα του παρουσία, για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Αυτά είναι πραγματικότητες, παρ’ ότι δεν φαίνονται. Έπειτα οι Άγγελοι και όλος ο ουράνιος πνευματικός κόσμος, η ψυχή μας κ.ο.κ.. Για το Χριστιανό αυτά τα μη βλεπόμενα είναι τόσο βέβαια και έχει τόση πληροφορία περί τούτων, που ίσως δεν θα είχε, εάν τα είχε δει με τα ίδια του τα μάτια. Τα ελπιζόμενα, λοιπόν, υπαρκτά και παρόντα. Τα αόρατα και μη βλεπόμενα, ορατά και βλεπόμενα και σε άμεση επαφή και επικοινωνία ερχόμενα με μας, ή μάλλον εμείς που τα πιστεύουμε με αυτά (3). Η πίστη επομένως τη γη την κάνει ουρανό και την παρούσα ζωή Παράδεισο αληθινό. Έτσι η πίστη μας οδηγεί στη Θρησκεία και η Θρησκεία στην ουράνια Βασιλεία.

Από το επόμενο για δογματικά θέματα θεολογίας – κοσμολογίας – ανθρωπολογίας ξεκινώντας από το Θεό και την ύπαρξη του Θεού

________________________________

(1) Και στον αρχαίο κόσμο έλεγε ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας· «διά τῆς πίστεως ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾷ τήν βεβαιότητα ἐπί τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν πραγμάτων». Είπε και στις μέρες μας ο πολύς Αϊνστάιν· «χωρίς την πίστη δεν είναι δυνατό να συλλάβουμε την πραγματικότητα με τους θεωρητικούς στοχασμούς μας· χωρίς την πίστη στην εσωτερική αρμονία του κόσμου, δεν είναι δυνατό να υπάρξει επιστήμη».
(2) Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέει ότι «κυριώτερον τῆς ἐπιστήμης ἡ πίστις, καί ἔστιν αὐτῆς κριτήριον» (Γ. Παπαμιχαήλ, Απολογητικά σελ. 243 και Migne 8, 948Α). Ο δε Μέγας Βασίλειος γράφει τα εξής σοφά. «Πίστις ἡγείσθω τῶν περί Θεοῦ λόγων· πίστις ἡ ὑπέρ τάς λογικάς μεθόδους τήν ψυχήν εἰς συγκατάθεσιν ἕλκουσα. Πίστις, οὐχ ἡ γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις, ἀλλ’ ἡ ταῖς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείαις ἐγγινομένη… Καί μηδείς καταχλευαζέτω τοῦ λόγου, ὡς ἀβασανίστως ἡμῶν εἰς τήν ὑπέρ ὧν λέγομεν συγκατάθεσιν τούς ἀκούοντας ἐναγόντων. Ἀνάγκη γάρ ἑκάστης μαθήσεως ἀνεξετάστους εἶναι τάς ἀρχᾶς τοῖς μανθάνουσι… Ἐπεί ἀμήχανον τούς περί τά πρῶτα ζυγομαχοῦντας δυνηθῆναι ὁδῷ καί τάξει προελθεῖν εἰς τό τέλος. Καί τοῦτο ἄν μάθεις παρ’ αὐτῶν τῶν ἔξωθεν. Εἰ γάρ μή συγχωρήσειας τάς πρώτας ἀρχάς τῷ γεωμέτρῃ, ἀμήχανον αὐτόν τά ἐφεξής συμπεράνασθαι. Καί τῆς Ἀριθμητικῆς ὁ τοῖς πρώτοις καί στοιχειώδεσιν ἐνιστάμενος, τήν εἰς τό πρόσω ὁδόν διακόπτει. Ὁμοίως δέ καί ἰατρικαί ἀρχαί ἰατροῖς ἀναπόδεικτοι. Καί ὅλως, ἐν ὁποιοδήποτε ἐπιτηδεύματι τῶν ὁδῷ καί τάξει προϊόντων ἐπί τό τέλος, ἀδύνατον τῶν πρώτων ὑποθέσεων ἀποδείξεις ἐπιζητεῖν· ἀλλ’ ἀνάγκη τάς τῶν λογικῶν τεχνῶν ἀρχάς ἀνεξετάστως παραδεξάμενον, τό ἐκ τῶν ὑποτεθέντων ἀκόλουθον ἐν τοῖς ἐφεξής ἐπιβλέπειν. Οὕτω δή οὖν καί τό τῆς θεολογίας μυστήριον τήν ἐκ τῆς ἀβασανίστου πίστεως ζητεῖ συγκατάθεσιν» (Migne 30, 104B).
(3) Και όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «ἡ πίστις ἐστίν αὐτή ἡ ὑπόστασις καί οὐσία τῶν ἐλπιζομένων πραγμάτων», «ὑφιστῶσα ταῦτα καί συνιοῦσα ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ πιστεύοντος». «Ἐπειδή γάρ τῇ ἐλπίδι ἀνυπόστατα εἶναι δοκεῖ (φαίνονται σαν ανυπόστατα, σαν να μην υπάρχουν), ἡ πίστις ὑπόστασιν αὐτοῖς χαρίζεται· μᾶλλον δέ οὐ χαρίζεται, ἀλλ’ αὐτό ἐστιν οὐσία αὐτῶν».