Το φαινόμενο είναι καταπληκτικό και ανεξήγητο λογικά.
Μηχανικοί και γεωλόγοι σήκωσαν ψηλά τα χέρια. Στην Αρκαδία, στην καρδιά του Μωριά, ανάμεσα σ’ εκείνα τα θεόχτιστα βουνά, κοντά στο χωριό Βάστα, ένα μικρό ξωκκλήσι άφησε άναυδους τους ειδικούς επιστήμονες, που ήρθαν επίτηδες να το μελετήσουν.
Άφθαστο το τοπίο σε φυσική ομορφιά. Απέριττο και ταπεινό στην όψη το μικρό εκκλησάκι. Οι διαστάσεις του πολύ μικρές. Σχεδόν τρία επί τρία. Απλό το χτίσιμο. Πέτρα πάνω στην πέτρα. Πλακόστρωτη η σκεπή. Μικρή και χαμηλή πορτούλα. Πολύ πρέπει να σκύψεις να χωρέσεις μέσα κι ακόμα πιο πολύ, αν θέλεις το μυστήριο να χωρέσει ο νους.
Δεκαεπτά πελώρια δένδρα, πάνω από δέκα μέτρα ύψος, έχουν φυτρώσει στη σκεπή. Πώς ρίζωσαν, μεγάλωσαν και συντηρούνται εκεί; Γιατί δεν τα ξερίζωσαν οι αγέρες οι δυνατοί, και πώς δεν γκρέμισαν την εκκλησούλα χίλια χρόνια;
Και το νερό που ξεπηδά, σχεδόν ποτάμι κάτω απ’ τη μικρή εκκλησιά, δεν έσκαψε, δε σκάβει τα θεμέλια. Ποιο κτήριο στέριωσε ποτέ στην άμμο ή μέσα στο νερό;
Κι όμως. Το εκκλησάκι το μικρό για χίλια χρόνια στέκεται φυτρωμένο στο νερό και προκαλεί.
– Εδώ δε λειτούργησαν οι φυσικοί νόμοι, λένε οι ειδικοί.
Παράδοξο, ανεξήγητο, μοναδικό, δηλώνουν κάποιοι ορθολογιστές.
Στέκεται εκεί μετέωρο και προσκαλεί. «Μέγας εί, Κύριε», ψελλίζουν οι πιστοί. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού».
Συγκίνηση θεϊκή καταλαμβάνει την ψυχή.
Θολώνουνε τα μάτια.
Γονατίζει ο νους.
Ζει Κύριος, ζει Κύριος, τραγουδάνε τα νερά. Και μια γλυκιά, παρθενική φωνή, πολύ κοντά μες στην καρδιά, σου ψιθυρίζει:
«Θεέ μου, το σώμα μου ναός.
Πελώρια δένδρα τα μαλλιά μου.
Το αίμα μου ποτάμι να γενεί».
«Έκλινεν ουρανούς» και άκουσε ο Θεός «φωνής παιδός αυτού». Φωνήν Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας.
Σ’ αυτά τα τραγουδισμένα βουνά άνθισε σαν τα ταπεινά αγριολούλουδα, που κρύβονται στις φυλλωσιές, η δευτερότοκη κόρη σεμνών και ευσεβών γονέων. Σαν το διαμάντι στον ήλιο φεγγοβολούσε η ομορφιά της και η αρετή.
Χίλια χρόνια μ.Χ. και ο νόμος ο Βυζαντινός όριζε από κάθε οικογένεια ένας γιος να υπηρετήσει στο στρατό του Βασιλιά. Κι αν δεν υπήρχε γιος, να πληρώνει τα έξοδα, για τη συντήρηση άλλου στρατιώτη. Της Θεοδώρας η οικογένεια δεν είχε γιο, μα ήταν και πολύ φτωχή. Βαθιά πονούσε με τη θλίψη των γονιών της κι αποφάσισε:
– «Πατέρα, εγώ θα υπηρετήσω στο στρατό».
Κι υπηρέτησε για τρία χρόνια, σα στρατιώτης Θεόδωρος.
Ύστερα σ’ άλλα, μεγαλύτερα κατορθώματα την κάλεσε ο Θεός. Αγγελική ήταν η πλασιά της και γι’ αυτό διάλεξε πολιτεία αγγελική.
Στον τόπο τους ήταν κάποιο μοναστήρι ονομαστό. Σα μοναχός Θεόδωρος, τάχτηκε εκεί να αγωνιστεί.
Πολύ προέκοπτε σε σοφία και αρετή, ανάμεσα στους συμμοναστές της. Φθόνησε ο μισόκαλος τα υπερφυσικά της κατορθώματα. Βρέθηκε κάποια γυναίκα και κατηγόρησε το μοναχό Θεόδωρο, πως ήταν ο πατέρας του παιδιού της. Ο νόμος τότε ήταν σκληρός. Ο ένοχος έπρεπε να περάσει απ’ το σπαθί. Εύκολο ήταν να αποδείξει την αθωτότητά της. Αρνήθηκε βέβαια τη συκοφαντία, μα δεν αποκάλυψε το μεγάλο της μυστικό. Δεν ήθελε να εκθέσει τους γονείς της. Δε θέλησε να αλλάξει την πορεία της ζωής της.
Φορτώθηκε ξένο όνειδος και αποφάσισε να μαρτυρήσει, αφήνοντας τη δικαίωσή της στο Νυμφίο της Χριστό.
Το αίμα της το παρθενικό χύθηκε κι έγινε ποτάμι. Δένδρα πελώρια τα μακριά μαλλιά της και το σώμα της ναός. Έτσι ευχήθηκε εκείνη κι έτσι το θέλησε ο Θεός.
Μεγάλα και υπερφυσικά ήταν τα κατορθώματά της. Τι να πουν, πώς να εξηγήσουν οι ειδικοί; Δε νοιώθονται τα θαύματα με το μυαλό. «Όπου Θεός γαρ βούλεται νικάται φύσεως τάξις».
Σκύβουν στο θαύμα οι πιστοί και τραγουδούν μαζί με τα νερά και τα δένδρα.
«Όθεν, Θεοδώρα, νύμφη Χριστού
δυσώπει άφεσιν των πταισμάτων
και ψυχών σωτηρίαν δοθήναι
τοις ευφημούσιν την θείαν σου άθλησιν».
Η μνήμη της εορτάζεται στις 11 Σεπτεμβρίου. Υπάρχει μεγαλοπρεπής ενοριακός ναός στο χωριό Βάστα.