Χαράς καιρός επέστη

    0
    90
    Εκτύπωση Εκτύπωση
    1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
    Loading...

    «O τον Θεόν, ως χρη, φοβούμενος και επ’ αυτώ θαρρών, την ρίζαν εκαρπώσατο της ηδονής και πάσαν της ευθυμίας έχει την πηγήν». (Ιωάν. Χρυσόστομος)

    Ο προβληματισμός για το νόημα και το περιεχόμενο της ευψυχίας είναι συνομήλικος με την ανθρώπινη ιστορία. Η κατάκτηση της χαράς είναι ίσως η πιο έντονη επιθυμία της ανθρώπινης ψυχής.

    Για τον Αριστοτέλη δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος μια ζωή ευδαιμονίας με την ανθρώπινη φύση του, αλλά μόνο με τη δύναμη του θείου στοιχείου, που υπάρχει μέσα του. Και έρχεται να επισφραγίσει την φιλοσοφική σκέψη η χριστιανική αλήθεια με το στόμα του Ιερού Χρυσοστόμου: «ευθυμίαν γαρ και χαράν ουκ αρχής μέγεθος, ου χρημάτων πλήθος, ού δυναστείας όγκος, ουκ ισχύς σώματος, ου πολυτέλεια τραπέζης, ουχ ιματίων κόσμος, ουκ άλλο τι των ανθρωπίνων ποιείν είωθεν, αλλ’ ή κατόρθωμα μόνον πνευματικόν και συνειδός αγαθόν. Και ο τούτο κεκαθαρμένον έχων, κάν ράκια περικείμενος ή, και λιμώ παλαίων, των σφόδρα τρυφώντων εστίν ευθυμότερος» . « Ο Χριστιανισμός βλέπει την ευτυχία Πέρα από τα ασφυκτικά σχήματα των αισθησιακών και υλοκρατικών απολαύσεων… Η ευτυχία είναι στην ουσία της μια θεία δωρεά, που γι’ αυτό είναι ακατάλυτη… και βρίσκεται με την προσέγγιση της πηγής της ζωής και κάθε αγαθού, Που είναι ο ίδιος ο Θεός.
    Ιστορική πηγή της χριστιανικής χαράς είναι όλο το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Θεού για τη σωτηρία μας, Ιδίως όμως και κατεξοχήν το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι τα ιερά κείμενα, που μιλούν για το χαρμόσυνο μήνυμα της ελεύσεως του Χριστού στον κόσμο, ονομαστήκαν «ευαγγέλια», ούτε είναι τυχαίο, το ότι 150 φορές σημειώνεται στην Καινή Διαθήκη η λέξη χαρά και 65 φορές το ρήμα χαίρω. Η χαρά του πιστού είναι η διαρκής εκείνη ψυχική αγαλλίαση, της οποίας ωραίο πρότυπο προβάλλει η Καινή Διαθήκη τον Τίμιο Πρόδρομο, τον «φίλον του Νυμφίου, τον εστηκότα και ακούοντα αυτού» και «χαρά χαίροντα διά την φωνήν του Νυμφίου» (Ιω. γ’ 29). Ποιος σύγχρονος άνθρωπος θα άκουγε τον ‘Ιωάννη να λέει, καθώς εκ των πραγμάτων η δημόσια εμφάνιση του Χριστού έφερε μοιραία τον παραγκωνισμό του, «αύτη ουν η χαρά η εμή πεπλήρωται. εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθοι» (Ιω. γ’ 29, 30) και. δε θα τον θεωρούσε τουλάχιστον ηττοπαθή; Ο Απ. Πέτρος μάς θέτει σε πλεονεκτικότερη θέση από αυτή του Προδρόμου, γιατί εμείς πιστεύουμε στον Χριστό χωρίς να τον έχουμε δει και μας διαβεβαιώνει, ότι για την πίστη μας αυτή θα δοκιμάσουμε χαρά, που δεν μπορεί να την περιγράψει στόμα ανθρώπου: «όν ου κ ειδότες αγαπάτε, εις ον άρτι μη ορώντες, πιστεύοντες δε αγαλλιάσθε χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη…» (Α΄ Πέτρ α΄ 8).

    Η χαρά όμως πέρα από την κάθετη διάστασή της, που είναι χαρά για τον Χριστό, εμφανίζει και την οριζόντια διάσταση, που είναι χαρά για τον άνθρωπο. Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ φώναζε κάθε άνθρωπο με τις λέξεις: «χαρά μου». Ο Απ. Παύλος αποκαλεί τα πνευματικά του παιδιά «χαρά και στέφανόν του» (Φιλ. δ’ 1). Ο δε Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Γ΄ Καθολική Επιστολή του γράφει: «Μειζοτέραν τούτων ουκ έχω χαράν, ίνα ακούω τα εμά τέκνα εν αληθεία περιπατούντα» (στιχ. 4). Είναι η χαρά εκείνη του πατέρα – βασιλιά, όπως παρουσιάζεται στην παραβολή του Ασώτου, καθώς επέστρεψε ο πλανημένος γιος του. Σε τελική ανάλυση η αληθινή χαρά είναι χαρακτηριστικό του συνόλου των Χριστιανών, της Εκκλησίας. Οι πιστοί βιώνουν τη χαρά ιδιαίτερα ως λατρευτική κοινότητα, που αινεί και δοξάζει το Θεό για τα έργα του προς τον λαό του.

    Πολλές φορές όμως έχει επαληθευθεί ο λόγος του Β. Ουγκό: ότι η ανθρώπινη ευτυχία μόλις ανεβεί σε αρκετό ύψος προκαλεί τον κεραυνό. Πού χωράει, αλήθεια, σε τέτοιες περιπτώσεις η χαρά; Την απάντηση την ακούσαμε την Κυριακή των Βαΐων στο αποστολικό ανάγνωσμα (Φιλ. δ’ 4-9) κάτω από το ιερό σύνθημα: «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε». Αυτό το χωρίο έχει μείνει γνωστό στην παγκόσμια θρησκευτική λογοτεχνία ως ο ύμνος της χαράς. Κι όμως, όταν το έγραφε ο Απ. Παύλος, ήταν φυλακισμένος στην Ρώμη και η ζωή του ήταν εντελώς αβέβαιη. Θεωρώντας δε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος την χαρά από την οπτική γωνία του πόνου, σχολιάζει φλογερά: «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε. Αύτη μεγίστη χαρά· τοιαύτην και οι απόστολοι έχαιρον· χαρά κέρδος φέρουσα, η από δεσμωτηρίων, η από μαστίγων η από διωγμών… ‘Η δε του κόσμου τουναντίον, άρχεται μεν από των ηδέων τελευτά δε εις τα λυπηρά». Το παράδοξο είναι ότι και η λύπη και η χαρά του κόσμου «ζημίαν έχει την εσχάτην» «επί δε των Πνευματικών τουναντίον άπαν, ουχ η χαρά μόνον, αλλά και η αθυμία πολύν έχει των αγαθών τον θησαυρόν». Αυτή τη λύπη ονομάζουν οι Πατέρες «χαροποιόν πένθος», χαρμολύπη. Ακόμα κι αν οι Χριστιανοί πορεύονται «εν μέσω σκιάς θανάτου» παρουσιάζονται «ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες» (Β΄ Κορ. στ΄ 10).

    Μπροστά στο λίθο του τάφου του Ιησού ο Χριστιανικός στοχασμός ζυγιάζει ρεαλιστικά τα γεγονότα. « Ο λίθος σφραγίστηκε απ’ τον εκπρόσωπο της πολιτικής εξουσίας. Το σφράγισμα αυτό φάνηκε ως επιβεβαίωση και τελεσίδικη επικύρωση της νίκης των εχθρών του Σωτήρος. Όλες οι προσπάθειές τους, όλα τα μοχθηρά σχέδιά τους στέφθηκαν φαινομενικά από πλήρη επιτυχία

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ