Στα σύνορα ουρανού και γης…

    0
    9
    Εκτύπωση Εκτύπωση
    1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
    Loading...

    …ανοίγεται ένα σπήλαιο · και μέσα σε μια φάτνη συναντά ο Θεός τον άνθρωπο · και στέκονται αντιμέτωποι ο θάνατος με τη ζωή · η πτώση με την Ανάσταση · το πρώτο εξαίσιο πλάσμα του Θεού Δημιουργού – φθαρμένη εικόνα Του – συναντάται με το Δημιουργό Του «τον προ των αιώνων Θεόν» «βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη» (Λουκ. β΄ 12). Έτσι που η φτωχή φάτνη των αλόγων είναι μαζί μνήμα θανάτου και λίκνο ζωής · και μαζί «το άδυτον της αναγεννήσεως του κόσμου».

    Μνήμα μαζί και λίκνο ζωής. Το μνήμα, όπου ο Θεός Λόγος έθαψε τρόπον τινα το μεγαλείο Του «και ο Λόγος σαρξ εγένετο» «την πριν πεσούσαν αναστήσων εικόνα» · οπότε η πενιχρή φάτνη του σκοτεινού σπηλαίου γίνεται και λίκνο ζωής · το σπήλαιο γίνεται ουρανός, όπου «η Παρθένος τον Υπερούσιον τίκτει» και ο Αδάμ μπορεί να λάβει «τα του Παραδείσου ένδον του Σπηλαίου» ξαναγυρνώντας στην Εδέμ από τη Βηθλεέμ.

    Όμως γιατί τόση ευτέλεια στο σύνορο του ουρανού και της γης;

    Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (α΄ 11) λέει ότι ο απ’ αρχής δημιουργός Λόγος «εις τα ίδια ήλθε» δηλαδή στους δικούς Του, τον εκλεκτό λαό Του και στη γη της επαγγελίας. Όμως γιατί απ’ όλα «τα ίδια» επέλεξε να γεννηθεί ο σαρκωμένος Λόγος σ’ αυτό ακριβώς το ασήμαντο και όχι καθαρό σπήλαιο σ’ ένα λόφο της Βηθλεέμ και στο πενιχρό παχνί των αλόγων; Γιατί προτιμήθηκε η τόσο προκλητική ασημότητα ως «ίδιος» τόπος της υπερφυσικής Γέννησης Εκείνου «δι’ ού τα πάντα εγένετο». Το ότι «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και από Μονογενής Υιός του Θεού έγινε «ο Υιός του ανθρώπου» δεν ήταν μια ασύλληπτη από το ανθρώπινο λογικό πράξη εξουθένωσης; Ποιο νόημα κρύβει αυτή η επιλογή που ξαφνιάζει; Η επιλογή της φάτνης · η επιλογή του σπηλαίου · η επιλογή της νύχτας · η επιλογή της σιωπής; Μ’ ένα λόγο η αφάνεια, που τόσο μοιάζει μ’ ένα χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης (Σοφία Σολομώντος ιη΄ 14, 15). «Ησύχου γαρ σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης, ο παντοδύναμός σου λόγος απ’ ουρανών βασιλειών… εις μέσον… ήλατο γης».

    Μια πρώτη σκέψη που τολμά να προσεγγίσει κάπως το μυστήριο είναι να θαυμάσουμε τη μεγαλειώδη οικονομία του Θεού: ενώ ανοίγει τα ουράνια και στέλνει «πλήθος στρατιάς ουρανίου» τους αγίους Αγγέλους Του, να φανερώσουν στους φτωχούς «αγραυλούντες ποιμένες» τη «δόξα» του Χριστού που γεννήθηκε… ενώ με τον «αστέρα αυτού εν τη ανατολή» ανήγγειλε στους σοφούς μάγους τη γέννηση του «Βασιλέως» Χριστού… ταυτόχρονα προβαίνει σε μια πρώτη «έσχατη ταπείνωση» · να γεννηθεί ο Υιός Του σαν το πιο φτωχό, ασήμαντο προσφυγάκι του κόσμου! σε μια σπηλιά και σε μια φάτνη. Διότι ο Θεός δε φοβάται την ταπείνωση · και έχει άλλα κριτήρια για την αξία των πραγμάτων.

    Μια φτωχή σπηλιά και μια αχυρένια φάτνη είναι αξιότερη να δεχθεί το Θεάνθρωπο, απ’ όλα τα αριστουργήματα, όσα ο άνθρωπος δημιούργησε επί της γης με σοφία και πλούτο και τέχνη πολλή, για τα οποία καυχάται. Διότι η φάτνη ήταν αμόλευτη από την εωσφορική αλαζονεία του ανθρώπου της φθοράς και της αμαρτίας.

    Ευθύς με την είσοδό Του στα σύνορα της γης κατεβαίνοντας από τον ουρανό ο Θεός Λόγος ως Σωτήρας των ανθρώπων (Λουκ. β΄ 11) κατέστησε σαφές ότι είναι ασυμβίβαστος με την αμαρτία, την οποία ήλθε να καταργήσει. Κι επειδή δε βρήκε πουθενά χώρο καθαρό στα έργα των ανθρώπων, ακούμπησε στη φάτνη · και μετέβαλε το σπήλαιο σε «ουρανό» όπου έστησε το θρόνο Του «θρόνον χερουβικόν την Παρθένον». Απ’ αυτή την πρώτη σκέψη πηγάζει σαν συνέπεια μια δεύτερη.

    Η ανθρωπότητα, την ώρα που ο Κύριος Ιησούς κατέβαινε στη γη, διέθετε και σοφούς και ευγενείς και άρχοντες ανθρώπους εκλεκτούς στη φύση τους και στη γενιά τους · ανθρώπους με οραματισμούς και αισθήματα υψηλά και ωραία.

    Αν κανείς απ’ αυτούς δεν ήταν καθαρός να υποδεχθεί το Σωτήρα, άρα ο άνθρωπος είναι ανίκανος να γίνει καθαρός από μόνος του, να ελευθερωθεί από την αμαρτία του, παρ’ όλες τις ωραίες προθέσεις του.

    Γι’ αυτό, πρέπει να τολμήσει· να τολμήσει να διαβεί το σύνορο της υπερήφανης αυτοδυναμίας του· και να φέρει την ύπαρξή του να τη στήσει σκηνή κοντά στη φάτνη· να ανοίξει την πόρτα της με γενναιότητα και να πει στον Υιό του Θεού, που ήρθε να γίνει αδελφός του ανθρώπου: έλα αι σκήνωσε στη σκηνή μου κατά το θέλημά Σου (Ιωάν.α΄ 14)· να μου μεταδώσεις από τη ζωή και το φως και τη δόξα Σου (Ιωάν. α΄ 4, 14). Και ως τέκνο Θεού (Ιωάν. α΄ 12) δέξου με να μπω κι εγώ στη σκηνή Σου, να βρω μαζί με την αγάπη Σου, τον εαυτό μου.

    Στων Χριστουγέννων τη μεγάλη ώρα, που ο ουρανός σφιχταγκαλιάζεται με τη γη στο σύνορο της φάτνης Σου, αξίωσε τη γενιά μας «τέκνα Θεού γενέσθαι».

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ