Ο φόβος των ποιμένων

    0
    4
    Εκτύπωση Εκτύπωση
    1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
    Loading...

    Νύχτα βαθιά σ’ όλη την περίχωρο της Βηθλεέμ. Πυκνό, ψηλαφητό σκοτάδι στα χλοερά λιβάδια της. Στις ποίμνες τα πρόβατα ησύχαζαν από νωρίς, συνωθούμενα το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταίνονται. Και μόνοι οι ποιμένες έμεναν έξω στους αγρούς και φύλαγαν με τη σειρά τους φυλακές της νυκτός για την ασφάλεια των προβάτων. Αγρυπνούσαν με τεταμένη την προσοχή μην αντιληφθούν κλέφτη ή θηρίο να κατεβαίνει νηστικό. Κι ενώ άλλο θα περίμεναν να δουν και το αντεύχονταν, το σκότος της νύχτας υποχώρησε απροσδόκητα. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε αιφνιδιαστικά μπροστά τους κι ένα ουράνιο, θείο φως τούς περικύκλωσε. Θάμπωσαν τα μάτια τους πρωτόγνωρα από την απερίγραπτη λαμπρότητα του θείου φωτός και την υπερφυσική παρουσία του αγγέλου. Τον ευαγγελισμό των ποιμένων μάς σώζει μόνος ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος με αξιοθαύμαστη λακωνικότητα προσθέτει «και εφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β΄ 8). «Και αυτοί φοβήθηκαν πάρα πολύ, διότι κατάλαβαν αμέσως ότι εκείνος που τους παρουσιάστηκε δεν ήταν ίδιος μ’ αυτούς άνθρωπος, αλλά μια ουράνια και υπερφυσική ύπαρξη». Οι ποιμένες, ζώντας τον περισσότερο καιρό μέσα στη φύση, είχαν συμφιλιωθεί με τα δυσμενή φυσικά φαινόμενα και τους κινδύνους της ποιμενικής ζωής. Η νύχτα στο ύπαιθρο τους ήταν πλέον σύντροφος και όχι φόβητρο.

    Και πολλές φορές θα είχαν υπομείνει με εγκαρτέρηση αστραπές και θύελλες, θα είχαν αντιπαλέψει με πεινασμένα κοπάδια λύκων και άλλων θηρίων, θα είχαν κινδυνεύσει από ληστές. Όλα αυτά τα αντιμετώπιζαν. Ίσως όχι δίχως κάποιο φόβο· σίγουρα όμως με φόβο που η επανάληψη των εμπειριών αυτών θα είχε αμβλύνει. Και τώρα φοβούνται φόβον μέγαν.

    Και ο μεν φυσικός φόβος, από τα σφοδρότερα βιώματα της ανθρώπινης ψυχής, αποτελεί συναισθηματική αντίδραση έναντι κινδυνωδών καταστάσεων. Ο φοβούμενος αντιλαμβάνεται ότι απειλείται η σωματική ή και κάποτε η ψυχική του ακεραιότητα, έχει επίγνωση της αιτίας του κινδύνου. Οι βοσκοί εφοβήθησαν φόβον μέγαν δίχως η συνείδησή τους να τους πληροφορεί ότι απειλείται η ζωή τους ή η ασφάλεια του ποιμνίου τους. Ο φόβος αυτός, τόσο διαφορετικός από τον φυσικό φόβο, απαντάται κι άλλες φορές στην Αγία Γραφή.

    • Τέτοιος φόβος κατέλαβε και τους μαθητές, ασφαλείς πια στο πλοιάριο, όταν ο άνεμος και η θάλασσα υπήκουσαν στην προσταγή του Κυρίου.
    • Τέτοιο φόβο αισθάνθηκαν και οι τρεις μαθητές κατά τη Μεταμόρφωση, όταν άκουσαν τη φωνή του Πατρός από τη φωτεινή νεφέλη.
    • Αυτός ο ίδιος φόβος κυρίευσε και τις μυροφόρες, όταν μπροστά στο κενό μνημείο του Διδασκάλου αντίκρισαν του δύο αγγέλους.

    Άλλης ποιότητας φόβος αυτός. Φόβος γεμάτος έκσταση.

    Απλοί και ανεπιτήδευτοι οι ποιμένες, μακριά από την οίηση των ανθρώπων των πόλεων, κατάλαβαν αμέσως ότι ενώπιόν τους στεκόταν μια ουράνια ύπαρξη. Ότι ο άγγελος ήταν υπεροχότερος απ’ αυτούς, ότι βρισκόταν σε άμεση επικοινωνία με τον παντεπόπτη Θεό και ότι τίποτε δεν υπήρχε κρυπτό από τους οφθαλμούς του. Κι ένιωσαν κατά κάποιο τρόπο πάνω τους το θείο όμμα, το ετάζον καρδίας και νεφρούς. Και συνειδητοποίησαν πόσο μικροί και πεπερασμένοι, πόσο αμαρτωλοί και ατελείς ήταν οι ίδιοι ενώπιον του πανυπερτέλειου Θεού.

    Ο Θεός στους εκλεκτούς του επιτρέπει ενίοτε την εμπειρία μιας μεγαλύτερης προσέγγισης και μιας αμεσότερης επικοινωνίας μαζί του. Η προσέγγιση του Θεού δεν γίνεται χωρίς δέος, χωρίς φόβο. Είναι ένας φόβος καθαρτικός, που οδηγεί την ψυχή στη συναίσθηση της αμαρτωλότητός της και στη μετάνοια, καθιστώντας την έτσι δεκτική της θείας χάριτος. Έμπλεοι της θείας χάριτος οι βοσκοί θεώνται με τα γήινα μάτια τους την ουράνια στρατιά των αγγέλων και ακροώνται τον δοξολογικό τους ύμνο με τα δικά τους σάρκινα ώτα. Κι αν αυτό είναι θαυμαστό, θαυμαστότερο ακόμη είναι ότι κατανοούν την παράδοξη αγγελία του αγγέλου. Δεν δυσπιστούν στο πρωτάκουστο μήνυμα ούτε αναβάλλουν να μεταβούν στη Βηθλεέμ. Η βαθιά νύχτα, η ποίμνη τους που αναπαύεται, ο δρόμος που είχαν να διανύσουν, τίποτε δεν τους στέκεται εμπόδιο. Ο θείος φόβος, η έκσταση, η κατάνυξη γίνονται προσδοκία πλήρης ελπίδος, θείο πυρ που ξεσηκώνει τους ποιμένες να τρέξουν ως τη Βηθλεέμ και προλειαίνει τη χαρά της συναντήσεως του Θεού. Ούτε αμφισβητούν τη θεότητα του βρέφους ορώντες την κένωση. Σπεύδουν και προσκυνούν τον τεχθέντα Σωτήρα, ανυπεράσπιστο βρέφος, σπαργανωμένο στη φάτνη. Κι επιστρέφουν δοξολογώντας τον Θεό για όσα τα μάτια τους αξιώθηκαν να δουν.

    Ο φόβος των ποιμένων της Ιουδαίας δείχνει και κάτι ακόμη. Ο Θεός ενανθρωπεί άσημος, αλλά όχι και αμάρτυρος. Ο άγγελος ευαγγελίζεται τους βοσκούς, πλήθος στρατιάς ουρανίου δοξολογεί, οι ποιμένες διέρχονται έως Βηθλεέμ. Αλλά και οι σοφοί της ανατολής αναζητούν τον τεχθέντα Βασιλέα, ο αστήρ οδηγεί τους μάγους. Τα άλογα ζώα ζεσταίνουν το θείο βρέφος. Η δημιουργία, έλλογη και άλογη, εγείρεται και υποδέχεται εν εκστάσει και φόβω τον Λόγο του Θεού. Η μαρτυρία του Πατρός για τον εναναθρωπήσαντα Υιό εμποιεί «φόβον μέγαν» και δωρείται «χαράν μεγάλην».

    Ο φόβος του Θεού είναι η πολυπόθητη στάση της ψυχής ενώπιον της θείας κενώσεως. Κι είναι σήμερα τόσο αδήριτη ανάγκη της ψυχής μας, όσο ο κόσμος μας εκλογικεύεται και εκκοσμικεύεται.

    Α.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ