Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης εν Ασπροκάστρω

    0
    73
    Εκτύπωση Εκτύπωση
    1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
    Loading...

    Κατά το έτος 1492 έτος, 12 Ιουνίου, μαρτύρησε ο Άγιος Ιωάννης εν Ασπροκάστρω

    Από το Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

    Δοὺς αἷμα βραχύ, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,

    ἐξηγόρασας βασιλείαν τοῦ πόλου.

    Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης εν ΑσπροκάστρωΑυτός ο νεοφανής Μάρτυρας του Χριστού, και χαριτώνυμος Ιωάννης, η καλή απαρχή όλων των νεομαρτύρων, ήταν από την Τραπεζούντα, και καταγινόταν στην πραγματευτική τέχνη. Μια φορά μπήκε σε ένα μεγάλο καράβι με πολλή πραμάτεια. Βλέποντάς τον ο καπετάνιος πως προσευχόταν και νήστευε και ευσπλαχνιζόταν τους φτωχούς που ταξίδευαν μαζί στο καράβι, τον φθόνησε και άρχισε να τον ενοχλεί για την ορθοδοξία της Ανατολικής Εκκλησίας, και σ’ όλο το δρόμο έκαναν μαζί πολλή φιλονικία περί πίστεως. Ο Ιωάννης, ως προκομμένος και έμπειρος που ήταν στη θεία Γραφή, πάντοτε νικούσε αυτόν και το στρεβλό του φρόνημα.

    Γι’ αυτό, εκείνος έλαβε κατ’ αυτού μεγάλο μίσος και καθώς άραξαν στο Ασπρόκαστρο, βγήκε ο καπετάνιος και πήγε στον εξουσιαστή της πόλεως και του είπε πως στο καράβι του είναι ένα Χριστιανός Τραπεζούντιος, που αποφάσισε να έλθει στη θρησκεία σας και έκανε και όρκο σ’ αυτόν, και αν τον κερδίσεις, θα λάβεις μεγάλο έπαινο, επειδή και είναι άνθρωπος προκομμένος και λόγιος και από τους πρώτους της Τραπεζούντας.

    Όταν τα άκουσε αυτά, ο ηγεμόνας χάρηκε και πρόσταξε να φέρουν με τιμή τον Ιωάννη και όταν τον είδε είπε: «Άκουσα πως αποφάσισες να έλθεις στην πίστη μας. Έλα λοιπόν, πίστεψε στη θρησκεία μας που είναι λαμπρή και δοξασμένη και γίνε Τούρκος, για να λάβεις μεγάλη τιμή και αξίωμα και πλούτο και να γίνεις και δικός μας αδελφός αγαπημένος. Όταν τα άκουσε αυτά, ο Ιωάννης σήκωσε τα χέρια και τα μάτια στον ουρανό και είπε εις επήκοον πάντων: «Μη γένοιτο, Κύριέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ. Εγώ Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θέλω να πεθάνω, και ούτε τα πλούτη σας θέλω, ούτε Τούρκος γίνομαι, αλλά πιστεύω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό τον αληθινό Θεό και Δεσπότη.»

    Τότε ο εξουσιαστής θύμωσε πολύ και άρχισε να βλασφημάει το Χριστό, και προστάζει παρευθύς να φέρουν εμπρός του όλα τα βασανιστήρια, και λέει προς τον Ιωάννη: «Αν ίσως και καθώς είπες, δεν έλθεις στη θρησκεία μας, έχω να σε παιδέψω με τούτα τα βασανιστήρια και με πικρό θάνατο θα σε θανατώσω. Τότε ο Μάρτυς είπε: «Εγώ πιστεύω και προσκυνώ τον εν Τριάδι Θεό, που διδάχθηκα από τους γονείς μου, και εκείνο που σου είπα από την αρχή, εκείνο λέω και τώρα, ότι δε θα τουρκίσω ποτέ εις τον αιώνα και να αρνηθώ την πίστη μου, έως ότου βρίσκομαι στο νου μου. Μην αργοπορείς, αλλά κόψε, κάψε, πνίξε, δέρνε, βασάνιζε με όσα κολαστήρια και αν έχεις. Έτοιμος είμαι να τα υποφέρω μετά χαράς, για την αγάπη του Χριστού μου».

    Τότε τον έγδυσαν και τον χτυπούσαν ανηλεώς με ραβδιά γεμάτα ρόζους, ώστε κόπτονταν οι σάρκες του και πετούσαν στον αέρα, και το έδαφος όλο κοκκίνισε από το αίμα του. Ο γενναίος Μάρτυς του Χριστού  υπέφερε με ανδρεία αυτό το σκληρό μαρτύριο, και έχοντας στον ουρανό τους νοερούς του οφθαλμούς, έλεγε: «σε ευχαριστώ, Δέσποτα Θεέ μου, που με αξίωσες διά του αίματός μου να πλυθώ και να καθαρισθώ από όλες τις αμαρτίες μου«.

    Ο κριτής πρόσταξε να τον ρίξουν στη φυλακή, και την ερχόμενη ημέρα τον έφεραν πάλι στο κριτήριό του, και όταν τον είδε που ήταν με φαιδρό και χαρούμενο πρόσωπο θαύμασε πώς με τόσο σκληρό μαρτύριο που έπαθε ζει και βρίσκεται σε χαρά, και του λέει: «Βλέπεις Ιωάννη σε ποια ατιμία ήλθες λόγω της απείθειάς σου, ώστε λίγο έλειψε να χάσεις τη ζωή σου; Όμως αν μας ακούσεις, έτοιμη είναι η γιατρειά, επειδή και έχουμε ιατρούς έμπειρους.

    Τότε ο Μάρτυς αποκρίθηκε: «εμένα δε με μέλει παντελώς για το φθαρτό τούτο σώμα μου, αλλά η φροντίδα μου όλη είναι πώς να υπομένω, με τη δύναμη του Χριστού μου, όλα τα βάσανα έως τέλους, όπως είπε ο Κύριος, ότι ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται. Και αν βρήκες άλλα καινούργια βάσανα, κάνε τα σε μένα, γιατί τα πρώτα που μου έκανες, δε μου φάνηκαν τίποτε». Τότε μένοντας ο τύραννος κατησχυμμένος από τους τόσο σοφούς λόγους του Μάρτυρος, ταράχθηκε όλος από το θυμό, και πρόσταξε πάλι να τον χτυπούν σε όλο του το κορμί ανελέητα, τόσο που έπεσαν όλες οι σάρκες του και φαίνονταν τα εντόσθιά του. Ο δε Μάρτυς του Χριστού προσευχόταν προς τον Θεό, και οι στρατιώτες εκείνοι που τον παίδευαν κουράστηκαν και όλοι οι παρεστώτες φώναξαν κατά του εξουσιαστή ονειδίζοντάς τον για την μεγάλη του σκληρότητα και απανθρωπιά.

    Ο τύραννος, όμως, αντί να μαλακώσει, σκληρύνθηκε περισσότερο και πρόσταξε και έφεραν ένα άλογο άγριο και έδεσαν το Μάρτυρα στην ουρά και τον έσερναν σε όλο το κάστρο, και όταν πέρασε ο άγιος από τα σπίτια των Εβραίων που κατοικούσαν, βγήκαν οι Εβραίοι και τον ονείδιζαν και τον χτυπούσαν και έριχναν καταπάνω του ό,τι έφθαναν. Ένας δε από τους Εβραίους αρπάζοντας ένα σπαθί έτρεξε και του έκοψε την κεφαλή.

    Τότε ο στρατιώτης έλυσε το Μάρτυρα από το άλογο και τον άφησε στον ίδιο τόπο και κανένας από τους Χριστιανούς δεν τολμούσε να τον πάρει, για να τον θάψει από το φόβο, και όταν νύχτωσε, έδειξε ο Θεός σημείο θαυμαστό στο μαρτυρικό λείψανο. Πάνω σ’ αυτό κατέβηκε από τον ουρανό ένας στύλος πύρινος και φαίνονταν και λαμπάδες πολλές, και τρεις άνδρες φωτεινοί και λευκοφόροι, και έψαλλαν ύμνους στον Άγιο. Ένας δε από τους Εβραίους, που κατοικούσαν εκεί κοντά, θαρρώντας πως πήγαν οι ιερείς των Χριστιανών να τον πάρουν να τον θάψουν, πήρε το δοξάρι του και απλώνοντας το χέρι του, για να ρίξει τη σαΐτα να τους χτυπήσει, κόλλησαν τα χέρια του, το ένα στο δοξάρι και το άλλο στη σαΐτα, και έμεινε δεμένος εκεί, έως ότου ξημέρωσε, και βλέποντας πως η παίδευση αυτή του δόθηκε από το Θεό για την κακία του, και μη θέλοντας διηγιόταν το θαύμα σε όλους τους εκεί συναχθέντες και όλα όσα είδε εκείνη τη νύχτα στο άγιο εκείνο και πολύαθλο σώμα, και έτσι ελευθερώθηκε από την παίδευση εκείνη.

    Όταν τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας, φοβήθηκε πολύ και έδωσε άδεια στους Χριστιανούς και πήραν το μαρτυρικό λείψανο και το ενταφίασαν στην Εκκλησία τους με κάθε ευλάβεια. Δεν πέρασαν πολλές ημέρες και ο καπετάνιος που πρόδωσε, θέλησε να κλέψει το άγιο λείψανο και να φύγει, επειδή και μετανόησε στην κακία του. Μια νύχτα βρίσκοντας κατάλληλο καιρό, πήγε με τους ανθρώπους του και άνοιξε τον τάφο του Μάρτυρος, για να το πάρει. Ο Άγιος, όμως, την ίδια ώρα φάνηκε στον εφημέριο της Εκκλησίας εκείνης και του λέει: «σηκώσου το γρηγορώτερα και πήγαινε στην Εκκλησία, γιατί ήλθαν να με κλέψουν». Και παρευθύς πήρε ο ιερέας και άλλους πολλούς και έτρεξαν μετά σπουδής στην Εκκλησία και τους έδιωξαν από εκεί. Το δε άγιο λείψανο το πήραν από τον τάφο και το έβαλαν μέσα στο άγιο βήμα, πλησίον της αγίας Τραπέζης και έμεινε εκεί εβδομήντα χρόνους, κάνοντας διάφορα θαύματα, έως τον καιρό του Αλεξάνδρου Βοεβόδα, ο οποίος ως ενάρετος και φιλομάρτυς, πόθησε να αποκτήσει τέτοιο θησαυρό, δηλαδή το άγιο λείψανο, και συμβουλεύθηκε με τον τότε Μολδοβλαχίας Ιωσήφ, και έτσι έστειλε τους προκρίτους των ιερέων και μερικούς άρχοντες και στράτευμα αρκετό στο Ασπρόκαστρο και έφεραν το λείψανο του Μάρτυρος. Και σαν πλησίασαν κοντά βγήκε σε προϋπάντηση με όλους τους άρχοντές του και τον Αρχιερέα και όλο το λαό και δέχθηκαν περιχαρώς το άγιο λείψανο, και αφού το προσκύνησαν ευλαβώς, το έθεσαν στο ναό της Μητροπόλεως, στην πόλη Σιοτζάβα. Αυτό εκτελεί έως σήμερα αναρίθμητα θαύματα, σε όσους προσέρχονται σ’ αυτό με πίστη, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ