Η γέννηση του Χριστού και ο πόλεμος των ηδονών

    2
    30
    Εκτύπωση Εκτύπωση
    1 αστέρι2 αστέρια3 αστέρια4 αστέρια5 αστέρια (καμία αξιολόγηση προς το παρόν)
    Loading...

    Συλλογίσου αδελφέ, ότι ο Χριστός με τη γέννησή του ήρθε να πολεμήσει τον άτακτο έρωτα των ηδονών με τις οδύνες και τους πόνους που δοκίμασε. Ο σαρκικός άνθρωπος δεν πιστεύει πως υπάρχει άλλη απόλαυση, εκτός από εκείνη των αισθήσεων. Γι’ αυτό δεν τις εξουσιάζει, όπως πρέπει σε ένα λογικό πλάσμα, αλλά αφήνει τον εαυτό του να φέρεται σαν άλογο ζώο και να πλανάται από αυτές, και για να χαίρεται, τρέχει χωρίς χαλινάρι σε όλες τις παρανομίες. Ζητάει σαν σκοπό την ηδονή και την νομίζει δικαίωμά του, αν και την βρίσκει στις μεγαλύτερες ατιμίες και ακαθαρσίες. Ο Υιός του Θεού συμπαθώντας αυτή την τυφλότητα ήρθε για να νικήσει και να γιατρέψει αυτό το μεγάλο σφάλμα. Γι’ αυτό και ενώ μπορούσε να γεννηθεί με ένα τραχύ σώμα ώριμου άνδρα, θέλησε να γεννηθεί με ένα απαλό σώμα βρέφους για να αισθανθεί την οδύνη, και ακολούθως για να πάθει περισσότερο. Και ύστερα από τη βασανιστική φυλακή, που υπέμεινε εννιά μήνες μέσα στην κοιλιά της Παρθένου, θέλησε να υποφέρει όλα τα βάσανα και τις οδύνες της νηπιότητας, σαν να μην είχε τη χρήση του λογικού.

    Του άξιζε εξ αρχής να λάβει ένα σώμα, όχι μόνο τελειότερο από το σώμα του Αδάμ, αλλά ένα σώμα απαθές, ανώδυνο, μακάριο και άξιο κατοικητήριο της επίσης μακάριας ψυχής του. Ωστόσο, αντί για αυτό λαμβάνει ένα σώμα πολύ απαλό, πολύ λεπτό και τρυφερότατο, που νιώθει κάθε βάσανο και έχει φτιαχτεί επί τούτου για να μπορεί να δέχεται από όλες τις αισθήσεις όλους τους πόνους, καθώς και το πέλαγος δέχεται όλους τους ποταμούς. Γι’ αυτό και παρομοιάζει ο ίδιος τον εαυτό του με το σκουλήκι, όχι μόνο επειδή γεννήθηκε χωρίς σπέρμα όπως γεννιούνται κάποια είδη σκουληκιών, αλλά και επειδή το σώμα του είχε την αίσθηση και την τρυφερότητα των σκουληκιών: «εγώ δε είμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος» (Ψαλμ. κα΄ 6). Γι’ αυτό και μόλις γεννήθηκε, με την αφή δέχθηκε την προσβολή της ψυχρότητας του αέρα και του νοτισμένου σπηλαίου, με τη φωνή κλαυθμυρίζει, με την όσφρηση αισθάνεται τη βρώμα της φάτνης και των άλογων ζώων, με την όραση βλέπει ένα σκοτεινό ακαλλές και άχαρο σπήλαιο, και με την ακοή δεν ακούει τίποτε άλλο παρά τραχιές φωνές ζώων. Δηλαδή, μόλις γεννήθηκε ο Ιησούς, αφιερώνει τις απαρχές της ζωής του σε μια ακραία στεναχώρια και ένδεια όλων των αναπαύσεων και σε κάθε λογής οδύνη και βάσανο, στο οποίο ήταν δεκτική η ηλικία του.

    Αχ! αφήστε με να πάω κοντά στη φάτνη και να πω στον Ιησού: «τι είναι αυτή η άκρα συγκατάβασή σου, γλυκύτατε Ιησού μου; Εσύ είσαι εκείνος ο επιθυμητός από όλα τα έθνη Μεσσίας και ευθύς γεννήθηκες με τέτοια βάσανα;». «Ναι», μου αποκρίνεται. «Αυτό ήταν απ’ αρχής το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου, να αναιρεθεί η ηδονή με την οδύνη και αυτό το πατρικό θέλημα ήρθα να εκπληρώσω εγώ αμέσως μόλις γεννήθηκα στον κόσμο, όπως είχε προείπει εκ μέρους μου ο Δαβίδ και με τον Δαβίδ ο Απόστολος. Γιατί λέει, εισερχόμενος στον κόσμο «θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι· τότε είπον· ίδου ήκω, του ποιήσαι ο Θεός το θέλημά σου» (Εβρ. ι΄ 5).

    Τώρα εσύ αγαπητέ αναγνώστη, γίνε κριτής ανάμεσα στο Χριστό και τον κόσμο, και αποφάσισε ποιος πρόκειται να σε εξουσιάζει, ο Χριστός ή ο κόσμος; Ποιον πρέπει να ακολουθείς; Εκείνον που θέλει τη σωτηρία σου με την οδύνη, ή εκείνον που ζητά την απώλειά σου με την ηδονή; Προφανώς το πρώτο. Επειδή ο «Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Α΄ Πετρ. β΄ 21). Και λοιπόν επειδή ο κόσμος είναι τόσο τυφλός, που όχι μόνο δε γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ούτε μπορεί να τη γνωρίσει, όπως λέει η ίδια η αυτοαλήθεια -«το πνεύμα της αληθείας, ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό, ουδέ γινώσκει αυτό» (Ιωαν. ιδ΄ 17)-, εάν εσύ θελήσεις να υπηρετείς αυτόν τον τυφλό, και αντέξεις να κυβερνάς τη ζωή σου με τα διατάγματά του, που φυσικά είναι ψευδή, τι ταλαίπωρος που θα ‘σαι! Επειδή παραδόθηκες μονάχος σου στα χέρια του θανατηφόρου εχθρού σου, όπως ο Σαμψών στα χέρια των αλλοφύλων, και έγινες φανερός αποστάτης του Κυρίου, του μεγάλου ευεργέτη σου, θέλοντας να υπηρετείς τις αισθήσεις σου με τις ηδονές και προτιμώντας μια ζωή τρυφηλή, μαλθακή και ηδονική, την οποία τόσο μίσησε ο Ιησούς, ακόμη από τη γέννησή του, αν και αυτή θεωρείται από τους άφρονες ότι είναι άμεμπτη και αθώα.

    Αχ αδελφέ! και το πιστεύεις εσύ ποτέ, ότι η άπειρη σοφία του Θεού θα βασάνιζε τόσο πολύ το πανάγιο σώμα της, όχι μόνο στη γέννηση του, αλλά και σε όλη τη ζωή του και στο θάνατό του, αν δεν ήταν αναγκαίο για σένα να αποφεύγεις τις ηδονές και να σκληραγωγείς το σώμα σου; Και τι θα σε ωφελήσει αυτή η μάταιη πρόφαση που λες, ότι ο Χριστός δε σε προστάζει με συγκεκριμένη εντολή να απέχεις από τις ηδονές και τις αναπαύσεις των αισθήσεων και του σώματος, αλλά μόνο με τη συμβουλή του, που λέει «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ. η΄ 35); Έτσι μετράς εσύ τις συμβουλές  της άκτιστης σοφίας, προφασιζόμενος προφάσεις εν αμαρτίαις και θέλοντας να ζεις την τρυφηλή ζωή σου; Μάθε ότι πρέπει να μιμείσαι τον Ιησού Χριστό, αν θέλεις να είσαι προορισμένος για τη βασιλεία των ουρανών, επειδή δεν είναι δυνατόν μια ζωή γεμάτη από ηδονές να συμφωνήσει με το παράδειγμα της βασανισμένης ζωής του λυτρωτή. Και άκουσε εκείνες τις φοβερές αποφάσεις που φωνάζει με δυνατή φωνή μέσα από τη φάτνη το βρέφος Ιησούς: «ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών· ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε· ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε· ουαί υμίν όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι (Λουκ. στ΄ 24). Τι αποκρίνεσαι σ’ αυτά εσύ, που θέλεις να περνάς τη ζωή σου με αναπαύσεις και ζητάς να βρίσκεις και προφάσεις; Νομίζεις πως αυτά που λέει ο Κύριος είναι κούφιες φωνές και πως ο Θεός μίλησε χωρίς να πρόκειται να πραγματοποιηθούν τα λόγια του; Βγάλ’ το από το νου σου. «Ο ουρανός και η γη παρελεύσεται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. κδ΄ 35).

    Ντροπή, λοιπόν, νιώσε ντροπή για όλες τις ηδονές που απόλαυσες και να θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο του χριστιανικού ονόματος, επειδή με τη ζωή και με τα έργα σου καταντρόπιασες το όνομα του Χριστιανού και τόσες φορές προτίμησες να υπηρετείς τη σάρκα σου παρά το Θεό. Έτσι έγινες αιτία να βλασφημηθεί από τα έθνη ο χριστιανισμός και το υπερύμνητο όνομα του Θεού, όπως παραπονιέται και ο ίδιος λέγοντας «δι’ υμάς διά παντός το όνομά μου βλασφημείται εν τοις έθνεσιν» (Ησ. νβ΄ 5). Γι’ αυτό πάρε την απόφαση να απαρνηθείς όλες τις ηδονές που αποδεδειγμένα δεν είναι αναγκαίες για την επιβίωσή σου και να δεχθείς στο εξής ευχαρίστως όλους τους σταυρούς και τις θλίψεις που θα σου στείλει ο Θεός και να εναγκαλισθείς θεληματικά τη σκληραγωγία που περιέχει η αληθινή μετάνοια, μη θέλοντας άλλη ανταπόδοση για να τον αγαπάς παρά μόνο την αγάπη που έδειξε ο Χριστός στη γέννησή του. Ευχαρίστησε τον Κύριο που για την αγάπη σου θέλησε να γεννηθεί με τέτοια βάσανα, και παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη για να καταλάβεις καλά αυτή την αλήθεια από το παράδειγμά του, ότι δηλαδή η παρούσα ζωή είναι καιρός για να κλαις και να θλίβεσαι και όχι για να γελάς και να ξεφαντώνεις, όπως λέει ο Εκκλησιαστής «καιρός του κλαίειν» (γ΄ 4) και μαζί με τον Εκκλησιαστή και ο Απόστολος: «ο καιρός συνεσταλμένος εστίν, ίνα και οι χαίροντες ως μη χαίροντες ώσι· παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α΄ Κορ. ζ΄ 29).

    Από τα «Πνευματικά Γυμνάσματα» του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη

    2 ΣΧΟΛΙΑ

    1. Η εμπαθής και εφάρματη ηδονή έχει κατά κύριο λόγο 2 πηγές προέλευσης. Το «εγώ» μας και την ύλη. Και τις 2 μορφές ηδονής θα μπορούσαμε να τις παρομοιάσουμε με την αγαπητή σε όλους μας σοκολάτα… Αν τη φας για πρώτη φορά θα σε εντυπωσιάσει, αν όμως αποτελεί το αποκλειστικό καθημερινό σου διαιτολόγιο, πρώτον θα αηδιάσεις απ΄ τη γεύση της και δεύτερον θα πεθάνεις από την πείνα, αφού η θρεπτική της αξία δεν είναι αρκετή για την επιβίωσή σου… Προκειμένου λοιπόν ο άνθρωπος να μη γίνει θύμα ούτε της πρώτης, αλλά ούτε και της δεύτερης εμπειρίας 2 δρόμοι-επιλογές ανοίγονται μπροστά του: Ή θα ακολουθήσει την οδό της αυταπάτης της ποικιλίας, η οποία θα του προσφέρει ηδονή, αλλά ποτέ δε θα τον χορτάσει ή θα συνεχίσει να τρέφεται με το ίδιο προϊόν ηδονής, έχοντας κάνει ήδη την επαγωγική διαπίστωση που συνιστά όμως στην απόληξή της αυθαίρετη παραδοχή, ότι αυτά είναι τα έσχατα όρια της ηδονής… Και οι 2 δρόμοι συνιστούν αυτοκτονία σε μεταφυσικό επίπεδο.

      Τόσο απ’ το Ευαγγέλιο όσο και απ’ την πατερική Παράδοση συνάγεται ότι η ηδονή σε επίπεδο ύλης έχει ημερομηνία λήξης και εξαντλείται στην ικανοποίηση ενός εγωιστικού καπρίτσιου.
      Ασφαλώς, όλη η παραπάνω συλλογιστική πορεία προϋποθέτει την θεωρία του μεταβλητού της ποιότητας της ηδονής ανάλογα με τον πεπερασμένο ή μη χαρακτήρα της. Δηλαδή, πραγματική αξία έχει κάτι που αποφέρει αμείωτη και ακόρεστη ηδονή και όχι ηδονή με διακυμάνσεις και φθίνουσα ένταση.

      Όσοι, λοιπόν, έχουν ζήσει την Ορθόδοξη Πνευματικότητα θα έχουν βιώσει την χαώδη απόσταση και το ανούσιο της συγκρίσεως ανάμεσα στην γήινη και την εκ Θεού ηδονή. Η μία υποβιβάζει, η άλλη ανυψώνει, η μία τυφλώνει, η άλλη φωτίζει η μία υποδουλώνει ,η άλλη απελευθερώνει.

      Παρόλ’ αυτά, το στοιχείο που καθιστά λιγότερο δημοφιλή την επιλογή της ανώτερης ηδονής, είναι ότι η βίωσή της προϋποθέτει την υπερφυσική κένωση, που μεταφράζεται σε αγώνα, οδύνη, αυταπάρνηση, υπομονή.

      Στην ελεύθερη προαίρεσή μας, λοιπόν, εναπόκειται η επιλογή της ποιότητας των ηδονών που θα γευόμαστε με κριτήριο το κατά πόσο θα μετουσιώνουν τη ζωή μας σε πορεία ανάβασης προς τον ζώντα Θεό ή σε καταδικαστική κατρακύλα προς τη χωματερή του τίποτα…

    2. Συγχαρητήρια! Τι ωραίο κείμενο! Πόσες απαντήσεις δίνει και πόσο κουράγιο για τη συνέχιση του αγώνα πρός τον Φωτισμό και την Θέωση!

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ